Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΑΡΕΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΑΡΕΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Οι Λούρες



Κατά καιρούς παρουσιάζονται διάφορα τεχνητά δολώματα από τις εταιρίες ώστε εμείς να προσελκύουμε και να διεκδικούμε πιο εύκολα τα πολυπόθητα θηράματα, ιδιαίτερα με την τεχνική της συρτής που μιμείται τις συνθήκες κυνηγιού των αρπακτικών ψαριών.

Ένα από τα έξυπνα τεχνητά δολώματα που παρουσιάστηκαν είναι και οι λούρες που μιμούνται τα καλαμάρια, που, ως γνωστόν είναι ένα από τα καλύτερα δολώματα στην τροφική αλυσίδα των πελαγίσιων. Οι λούρες, σημειωτέον, έχουν παίξει ένα σπουδαίο ρόλο στο GAME FISHING και στο αγωνιστικό ψάρεμα ανά τον κόσμο. Η αιτία όμως που οδήγησε στην επινόηση και κατασκευή της λούρας, εντοπίζεται πριν αρκετά χρόνια κάπου στην Αμερική, όπου οι έχοντες μεγάλα σκάφη ερασιτέχνες συρταδόροι, αδυνατούσαν να σύρουν τα τεχνητά δολώματα για τα μεγάλα και γρήγορα ψάρια με μικρές ταχύτητες, αφού αυτό ήταν αδύνατο για τους πολύστροφους και θηριώδεις πετρελαιοκινητήρες. Τα ψαράκια, λοιπόν, πετάγονταν από το νερό, με αποτέλεσμα η σωστή πλεύση να είναι ακατόρθωτη, σε αντίθεση με τις λούρες που η χρήση τους απαιτεί ταχύτητα πάνω από 4-7 κόμβους. Τα τελευταία χρόνια οι λούρες διαφόρων εταιριών έχουν κάνει την εμφάνιση τους και στην Ελλάδα, ενώ και κάποιες βιοτεχνίες ασχολούνται με αυτά τα τεχνητά δολώματα.

Στη μικρή συρτή επιφανείας, είναι απαραίτητο να ρίχνουμε τουλάχιστον 50-60 μέτρα πετονιά, για να δουλεύουν τα δολώματα όσο γίνεται πιο μακριά από το σκάφος. Αν ψαρεύουμε με τεχνητά δολώματα, αυτή η απόσταση δεν εμποδίζει το κάρφωμα, ακόμη και αν χρησιμοποιούμε μάνα από νάιλον, ενώ αν βάλουμε για δόλωμα σκουλήκι ή φιλέτο ψαριού, είναι καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε ένα σύνθετο νήμα, πολύ λεπτό, που θα μας διευκολύνει στο κάρφωμα.
Η μικρή συρτή προβλέπει και τη βύθιση των δολωμάτων με καταβυθιστές ή μολύβια, ιδιαίτερα όταν ψαρεύουμε σαφρίδια, σκουμπριά και, παλαμίδες. Σ' αυτήν την περίπτωση η απόσταση των δολωμάτων από την πρύμη, μπορεί και να περιοριστεί.
Στη συρτή βυθού που κάνουμε στην παράκτια συρτή, την ξεχωρίζουμε από την προηγούμενη, γιατί χρησιμοποιούμε αυτοβυθιζόμενα νήματα. Που μας επιτρέπουν να βυθίσουμε τα δολώματα χωρίς μολύβια και επειδή δεν έχουν καθόλου ελαστικότητα, δίνουν στις λούρες μια κίνηση με οριζόντια και κάθετα τινάγματα.
Και τα δυο αυτά συστήματα απαιτούνε ρίξιμο μεγάλης ποσότητας νήματος στο νερό, οπότε δεν είναι πολύ βολικά όταν το βάθος δεν είναι σχετικά σταθερό. Αυτή είναι μία τεχνική που χρειάζεται πολλή εμπειρία και τέλεια γνώση του τρόπου που βυθίζεται η πετονιά, ώστε να καθυστερήσουμε το μάζεμα και το ρίξιμο της πετονιάς, ανάλογα με την απόσταση στην οποία βρίσκεται το δόλωμα από το σκάφος.

Ας δούμε όμως το μυστικό που κρύβουν μέσα τους οι λούρες για τα ψάρια, δηλαδή το αρμάτωμα τους. Ανάλογα με το μέγεθος, χρησιμοποιούμε ένα ή δύο αγκίστρια συνήθως ίσια τα οποία πρέπει να είναι κρυμμένα χωρίς όμως να εμποδίζονται από τα πλοκάμια του τεχνητού, για να μπορούν να καρφώνουν το ψάρι που θα επιτεθεί. Καλό θα είναι να μην εξέχουν από το τελείωμα του πλοκαμιού της λούρας και να είναι όσο το δυνατόν πιο αιχμηρά. Στις μεγάλες λούρες χρησιμοποιούμε συρματόσχοινα στην αρματωσιά για την αποφυγή κοψιμάτων και φθοράς από τα μεγάλα και δυνατά ψάρια. Από εκεί και πέρα υπάρχουν διάφορα άλλα βοηθήματα, όπως ειδικά θερμοσυστελόμενα υλικά, σύρματα δηλαδή διάφορα περιφερειακά υλικά που μας δίνουν τη δυνατότητα για επιδιορθώσεις.


Οι Δεξαμενές ζωντανών δολωμάτων



Όποιος ψαρεύει με συρτή είναι σίγουρο ότι, αργά ή γρήγορα, θα καταλήξει να χρησιμοποιήσει ζωντανά δολώματα. Αυτή η τεχνική είναι πολύ διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα, όμως προϋποθέτει τη διατήρηση των ζωντανών δολωμάτων στο σκάφος για μεγάλο χρονικό διάστημα.


Ψυγείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δεξαμενή αλλά χωρίς την ανακύκλωση το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που βλέπετε



Τα τελευταία χρόνια αρκετοί κατασκευαστές προσπάθησαν να δώσουν λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Η συγκεκριμένη δεξαμενή θα πρέπει να εγγυάται την επιβίωση των ζωντανών δολωμάτων -π.χ. στις Ζαργάνες οι οποίες είναι τα πιο συνηθισμένα δολώματα των θαλασσών μας , που έχουν ανάγκη από μεγάλη ποσότητα νερού, η οποία μάλιστα θα πρέπει να ανακυκλώνεται συνεχώς. Η δεξαμενή πρέπει να έχει διαστάσεις τουλάχιστον 70x50 εκ., ενώ το βάθος της είναι πάντα σχετικό αφού το σημαντικότερο απ' όλα είναι η ελεύθερη διαθέσιμη επιφάνεια για να κολυμπούν τα δολώματα.

Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα είναι οι γωνίες. Για να κολυμπήσουν στη δεξαμενή οι ζαργάνες έχουν ανάγκη από καμπύλες γωνίες ώστε να μπορούν να διασχίζουν ολόκληρη την περίμετρο της δεξαμενής με άνεση. Ακόμη ένας θανάσιμος εχθρός για τα δολώματα είναι το ζεστό νερό. Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο αυτό χρειάζεται να γίνεται ανακύκλωση του νερού.
.
Στην περίπτωση που η τελευταία διαδικασία δεν προβλέπεται από τον κατασκευαστή, τοποθετείται μια βάνα θαλασσινού νερού με βρύση στο cockpit, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για την ανακύκλωση του νερού όσο και για το πλύσιμο του καταστρώματος. Πολύ συχνά σε σκάφη που έχουν ολικό μήκος από 7,50 μ. και πάνω υπάρχει πάντα διαθέσιμο ένα ταμπούκι, το οποίο με την κατάλληλη μετατροπή μπορεί να γίνει δεξαμενή ζωντανών δολωμάτων.

Εάν στο σκάφος δεν υπάρχει αποθηκευτικός χώρος με τις κατάλληλες διαστάσεις, που να μπορεί να μετατραπεί σε δεξαμενή, τότε το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με τη χρησιμοποίηση ενός δοχείου ή ενός ψυγείου με καπάκι, τα οποία συνδέονται με έναν σωλήνα με τη βάνα η με εξωτερική αντλία μέσα στο θαλασσινό νερό. Στη συνέχεια ανοίγεται μια τρύπα που χρησιμεύει για την έξοδο του νερού, που συνδέεται με έναν σωλήνα με ρακόρ, ο οποίος καταλήγει έξω από το σκάφος.
Η τρύπα για να φεύγει το νερό γίνεται ψηλά και στο πλάι του δοχείου ή της λεκάνης προκειμένου να διατηρείται σταθερή η στάθμη του νερού (αδειάζοντας την ποσότητα που πλεονάζει).
Συμπερασματικά, η δεξαμενή ζωντανών δολωμάτων είναι ένα πολύ σημαντικό εξάρτημα για όποιον ψαρεύει με ζωντανά δολώματα, αφού αυτά θα πρέπει να διατηρούνται για πολλές ώρες.
Χρησιμοποιώντας μία εξωτερική αντλία και μία μέσα στο ψυγείο έχετε την τέλεια απόδοση . Εδώ βλέπετε την πατέντα που έχουμε
κατασκευάσει εμείς .


Ο κόκκινος τόννος




Είδος που οι ερασιτέχνες της θάλασσας θεωρούν σαν το καλύτερο απ" όλα τα θηράματα.
Ο κόκκινος τόννος είναι ο καλύτερος μαχητής μεταξύ των ψαριών που οι ψαράδες πρέπει να γνωρίζουν.Η ζώνη στην οποία συναντιέται είναι πολύ εκτεταμένη και μπορούμε να τον βρούμε, τόσο στον Ατλαντικό όσο και στη Μεσόγειο, ενώ άλλα είδη τόννου συναντώνται παντού, δηλαδή σε θάλασσες εύκρατες ή ζεστές.
Μερικοί επιστήμονες έχουν διαφορετικές γνώμες από εκείνες άλλων μελετητών πάνω στη μετανάστευση του τόννου. Πάντως φαίνεται αποδειγμένο ότι αυτός ο μεγάλος κολυμβητής μετακινείται, σε μεγάλες αποστάσεις και πάνω σε αυτό το θέμα υπάρχουν πολλές αρκετά αξιόπιστες μαρτυρίες. Πράγματι, σημαδεύοντας τόννους μιας απομακρυσμένης περιοχής, παραδείγματος χάριν του Ατλαντικού, τυχαίνει να τους ψαρέψουν στη Μεσόγειο. Σύμφωνα με στατιστικά συμβαίνει συχνά να πιαστούν τόννοι σε μέρη τελείως διαφορετικά από εκείνα που πιάστηκαν μια πρώτη φορά. Στη Μεσόγειο καμμιά φορά ψαρεύονται τόννοι που έχουν ξεφύγει από τους ψαράδες του Ατλαντικού και που έχουν ακόμα στο στόμα τους τα αγκίστρια, που αναγνωρίζονται σαν χαρακτηριστικά εκείνου του ωκεανού.Βέβαια είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε ένα τόννο της Αμερικής, που ταξιδεύει στον Ατλαντικό προς τις Αμερικάνικες ακτές, από ένα τόννο της Ευρωπαϊκής Μεσογείου. Αυτή η δυσκολία πάντως, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν θα έπρεπε να μας φέρνει σε λάθη όπως π.χ. να θεωρούμε ικανούς τους τόννους να διασχίζουν τον ωκεανό ή να μεταναστεύουν στις θάλασσες τις πιο κοντινές σε μας.Όπως έχουμε εξ' άλλου δει οι μεταναστεύσεις οφείλονται σε διάφορες μεταβολές του περιβάλλοντος ή στην ανάγκη των ψαριών να βρουν νέα και πιο πλούσια τροφή ή (για ότι αφορά πάντα τις συνθήκες του περιβάλλοντος) καθορίζονται επίσης οπό τις αλλαγές της θερμοκρασίας και από άλλες φυσικές αιτίες.

Τα ρεύματα που γνωρίζουμε στον Ατλαντικό ωκεανό δεν έχουν παρ" όλα αυτά την κατάλληλη ένταση και φορά για να προκαλέσουν την μετακίνηση των αποδημητικών τόννων σε πολύ μεγάλες αποστάσεις. Με άλλα λόγια το πιθανό είναι ότι οι τόννοι των Αμερικανικών ακτών του Ατλαντικού μετακινούνται κατά μήκος των ίδιων ακτών και είναι παρ" όλο που μοιάζουν στη μορφή, στις συνήθειες και στα χαρακτηριστικά των Ευρωπαϊκών είδη καθαρά Αμερικάνικα. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τους τόννους του Ειρηνικού, οι οποίοι σε λίγα διαφέρουν από τους Ευρωπαϊκούς και Ατλαντικούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τόννοι του Ειρηνικού κόκκινοι ή άσπροι μεταναστεύουν στον Ατλαντικό ή τη Μεσόγειο. Είναι βέβαιο ότι οι τόννοι μετακινούνται και συγκεντρώνονται ανάλογα με τις σεξουαλικές τους ανάγκες, γι αυτό σε προκαθορισμένες εποχές του χρόνου και κυρίως στην αρχή του καλοκαιριού, βρίσκουν τις κατάλληλες συνθήκες για την αναπαραγωγή τους. Αυτό σημαίνει ότι ο τόννος στην πιο σπουδαία φάση της ζωής του επηρεάζεται από το περιβάλλον και πρέπει να ψάξει να βρει τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για την αναπαραγωγή.
Η εναπόθεση των αυγών από τους τόννους διαρκεί δυο ή τρεις μήνες, δηλαδή μέχρι το φθινόπωρο. Μετά την περίοδο της αναπαραγωγής, το μεγαλύτερο μέρος των τόννων της Μεσογείου κατευθύνεται πέρα από το στενό, προς τον Ατλαντικό και ανεβαίνει προς τα βόρεια, ενώ εκείνοι που βρίσκονται στη Μαύρη θάλασσα βγαίνουν και πηγαίνουν σε μέρη που τα νερά είναι πιο κρύα.
Πολλοί σκέφτονται ότι αυτή είναι η καλύτερη περίοδος για το ψάρεμα του τόννου με πετονιά, γιατί αντίθετα από άλλα ψάρια, ο τόννος μετά την αναπαραγωγή διατηρεί όλη του τη ζωτικότητα και είναι ιδιαίτερα λαίμαργος.Σπρωγμένος από την εναλλαγή κρύων και ζεστών ρευμάτων μετακινείται πότε προς τα βόρεια και πότε προς τα νότια. Παίρνει πολύ τροφή και ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του στα νερά των βόρειων θαλασσών, μέχρι και στην παγωμένη Αρκτική θάλασσα.
Τα πιο μεγάλα ταξίδια του φαίνονται να είναι εκείνα που κάνει για να μετακινηθεί από τις βόρειες στις νότιες θάλασσες, μια και η μετανάστευση τους φτάνει μέχρι τις δυτικές ακτές της Αφρικής και το στενό του Γιβραλτάρ.

Κατά την άνοιξη οι τόννοι συγκεντρώνονται για την μετακίνηση και έτσι ακολουθώντας τα ζεστά ρεύματα, ξαναγυρνούν προς τα βόρεια. Αυτόν τον καιρό όμως αρχίζει και η περίοδος της εναπόθεσης των αυγών και έτσι οι τόννοι κατευθύνονται στους συνηθισμένους τους τόπους, σε νούμερο που συνεχώς μεγαλώνει.
Από όσα έχω πει είναι φανερό πως ο τόννος είναι το ψάρι που πραγματοποιεί τις μεγαλύτερες μετακινήσεις και μεταναστεύσεις. Και αυτά εννοείται γίνονται από την μεγάλη του δύναμη στο κολύμπι, πράγμα που τον τοποθετεί στη πρώτη θέση και τον κάνει αφέντη της θάλασσας. Αυτό το ψάρι είναι από τα πιο ωραία και τα πιο δυνατά ψάρια που ζουν στον ωκεανό, περίπτωση γνωστή στους ψαράδες, που ασχολούνται με το ψάρεμα του. Αν συγκρίνουμε το ψάρεμα του τόννου με εκείνο του ξιφία, το βρίσκουμε ασύγκριτα πιο θεαματικό και αυτό, για την μεγάλη δύναμη του τόννου.
Κατά το καλοκαίρι ο τόννος δεν φαίνεται πολύ πεινασμένος και δεν τσιμπάει σε κανένα είδος δολώματος ακόμα και αν προσφέρεται με κατάλληλο τρόπο. Ίσως όμως αυτό να συμβαίνει γιατί σε αυτή την περίοδο ζει στις ιδιαίτερες συνθήκες που προηγούνται της εποχής του ζευγαρώματος. Και κατά την περίοδο της αναπαραγωγής ο τόννος δεν τσιμπά σε κανένα δόλωμα, το αντίθετο δηλαδή από αυτό που θα γίνει στη συνέχεια όταν θα αρχίσει την μετανάστευση για τον βορρά.
Για τον τόννο όμως η επικίνδυνη εποχή είναι ακριβώς εκείνη του ζευγαρώματος και της προετοιμασίας για τη γέννηση των αυγών, γιατί ακριβώς τότε κινούνται σε μεγάλα κοπάδια και διανύουν την θάλασσα από τοποθεσίες και δρόμους, που είναι γνωστοί και που είναι οι ίδιοι ακόμη από την αρχαιότητα.
Φυσικά δεν γνωρίζουμε όλες τις κατευθύνσεις που μπορεί να ακολουθήσει ο τόννος, αλλά φροντίζονται ιδιαίτερα και αποκλειστικά εκείνες, που μπορούν να είναι χρήσιμες για το ψάρεμα του. Πάντως εκεί που οι ψαράδες βάζουν τα δίχτυα, είναι μέρη κατάλληλα για το ψάρεμα των αποδημητικών ψαριών.
Πράγματι, κατά τη περίοδο που προηγείται της εναπόθεσης των αυγών και κυρίως κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, που φέρνει τους τόννους στα κατάλληλα μέρη για την αναπαραγωγή, είναι που αυτά τα υπέροχα ψάρια γνωρίζουν την θανάσιμη παγίδα.
Σ' αυτή την περίοδο πιάνονται οι τόννοι με δίχτυα σταθερά που λέγονται θυννιά.
Τα θυννιά είναι συγκροτήματα διχτύων που με λίγα λόγια θα πω πώς είναι φτιαγμένα:
Ένα μακρύ δίχτυ, χοντροφτιαγμένο. πολύ δυνατό, που έχει και άλλα μέρη που χρησιμεύουν για πρόκληση, μπαίνει κάθετα προς την ακτή όχι σε μεγαλύτερο βάθος από 80 μέτρα. Πάνω σε αυτό το δίχτυ πέφτουν οι τόννοι και σταματούν. Αυτοί οι τόννοι που κάνουν το προγαμιαίο τους ταξίδι, ταξιδεύουν σε κοπάδια σε μικρή απόσταση από τις ακτές (βασικά τις ακολουθούν) βρίσκουν τον δρόμο τους φραγμένο από το κάθετο δίχτυ που στην Τυρρηνική θάλασσα το λένε «πεντάλ».
Το δίχτυ είναι βαλμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι τόννοι ακολουθώντας το κατά μήκος να οδηγούνται προς τη μια από τις δυο άκρες του, δηλαδή αυτή που είναι ενωμένη στο σύστημα της πραγματικής παγίδας. Η είσοδος αυτού του συστήματος των διχτύων παγίδευσης είναι μια «τρύπα». Όλο αυτό το σύστημα των διχτύων που, αποτελούν το σύνολο της παγίδας είναι καλά στερεωμένο στο βυθό και είναι τεντωμένο κάθετα προς την επιφάνεια από μια σειρά σχοινιών πολύ γερών που σαν άγκυρες κρατούν το δίχτυ, εξασφαλίζοντας την σιγουριά του. Αλλα σχοινιά με σημαδούρες δρουν προς τα πάνω κρατώντας το δίχτυ στη σωστή του θέση.
Είναι πολύ δύσκολο, έτσι με λίγα λόγια, να περιγραφεί ένα θυννί, γι' αυτό μου φαίνεται αναγκαίο να σταματήσω για λίγο στη λειτουργία του. Έτσι θα είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε πώς είναι φτιαγμένη αυτή η παγίδα για τόννους. Οι τόννοι που μεταναστεύουν συναντούν το «πεντάλ». Ακολουθώντας αυτό το σταθερό και μακρύ δίχτυ με τα πολύ ανοιχτά μάτια, φτάνουν στις εγκαταστάσεις που το εμπλουτίζουν και που λέγονται ουρές. Αυτές οι ουρές δεν είναι τίποτε άλλο από κομμάτια διχτυού κάθετα βαλμένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διοχετεύουν τα ψάρια στην επιθυμητή κατεύθυνση.
Δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι το Ουννί είναι σύστημα που η λειτουργία του αφήνεται στη τύχη, με την έννοια ότι η αποστολή του τελειώνει με το να πιάσει τα περαστικά ψάρια χωρίς την παρέμβαση του ανθρώπου, έτσι όπως γίνεται παραδείγματος χάριν με τον κύρτο.
Στην πραγματικότητα το θυννί, φυσικά στην εποχή της δουλειάς και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού των ψαριών που είναι προορισμένα να πιαστούν είναι συνέχεια υπό την επιτήρηση ενός μεγάλου αριθμού ικανών ψαράδων, οι οποίοι, με την μεγάλη τους πείρα, παρατηρώντας την άφιξη των τόννων καθώς και την διοχέτευση τους προς την παγίδα, κινούν μέρη των διχτυών, διευκολύνοντας την είσοδο των τόννων στο κυρίως σύστημα της παγίδας και κατευθύνοντας τους προς τη τελική μεριά που λέγεται «θάλαμος του θανάτου».
Σ' αυτό το έργο οι ψαράδες διευκολύνονται από το μικρό βάθος της θάλασσας τόσο, που συχνά μπορούν ακόμη και να μετρούν τα χοντρά ψάρια που μπαίνουν στο μοιραίο δίχτυ.
Αυτοί, ψαράδες που έχουν μάθει από τους πατέρες τους το δύσκολο αυτό επάγγελμα, ξέρουν να χειρίζονται με μεγάλη ευκολία τα δίχτυα της πρόκλησης, έτσι ώστε να διευκολύνουν την είσοδο των ψαριών στο θυννί.
Όταν ο αρχηγός ή διευθυντής όλων των εργασιών, που στην Ιταλία ονομάζεται «ράις». είναι της γνώμης πως ένας ικανοποιητικός αριθμός ψαριών έχει μπει στο «θάλαμο του θανάτου», από τον ίδιο δίνεται το σήμα για να αρχίσει το πραγματικό ψάρεμα που τελειώνει με την λεγόμενη «θανάτωση».
Οι τόννοι φυλακισμένοι στο «θάλαμο του θανάτου», σιγά -σιγά μεταφέρονται προς την επιφάνεια σπρωγμένοι από το δίχτυ που αποτελεί το πάτωμα του «θαλάμου». Γύρω από αυτό το τελευταίο μέρος της παγίδας, είναι βαλμένες στη σειρά οι βάρκες των ψαράδων, που περιμένουν με χτυποκάρδι (παρ’όλο που γνωρίζουν τον αριθμό των πιασμένων ψαριών), την στιγμή που τα ψάρια θα ανέβουν στην επιφάνεια, για να πιαστούν.
Το δίχτυνο πάτωμα ανεβαίνει σιγά - σιγά αγγίζοντας στις τέσσερις πλευρές τα κάθετα δίχτυα, που αποτελούν τα τοιχώματα του «θαλάμου του θανάτου» και έτσι στην τελευταία φάση του ψαρέματος, οι τόννοι βρίσκονται σε ένα στενό μέρος με πάρα πολύ λίγο νερό για να μπορέσουν να ασκήσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες.
Ξαφνικά η θάλασσα που είναι κλεισμένη ανάμεσα στον κύκλο που κάνουν οι βάρκες αρχίζει να βράζει. Αυτό είναι αποτέλεσμα των δυνατών χτυπημάτων της ουράς των φυλακισμένων τόννων. που προσπαθούν μάταια να ξεφύγουν προς κάθε κατεύθυνση-
Οι κινήσεις τους εμποδίζονται και από το ίδιο τους το νούμερο. Στην φούρια τους χτυπιέται το ένα πάνω στο άλλο και είναι όλο και πιο δύσκολο για τα μεγάλα ψάρια να κινηθούν στα ρηχά νερά και σε ένα μέρος που μικραίνει όλο και περισσότερο.
Ένα - ένα, αλλά μερικές φορές και πολλά μαζί, αγκιστρώνονται από τους γάντζους των ψαράδων, οι οποίοι τους τραβούν πρώτα κοντά και ύστερα μέσα στις βάρκες. Φαίνεται ότι, παρ’όλη την ανησυχία που πραγματοποιείται στην μικρή ζώνη της επιφάνειας, οι τόννοι έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ενεργητικότητας τους.
Πράγματι μπορούν να αγκιστρωθούν και να τραβηχτούν πάνω στις βάρκες με μια σχετική ευκολία και αν εξαιρέσουμε την δυσκολία που προκαλείται από το βάρος τους, η άμυνα τους είναι πολύ μικρότερη σε ισχύ από εκείνη που αναπτύσσει ένας τόννος - για να κάνουμε ένα παράδειγμα - πιασμένος σε ένα αγκίστρι και που μπορεί να κινηθεί, να ξεφύγει και να αντέξει όταν βρίσκεται σε βαθιά και ελεύθερα νερά.
Η θανάτωση του τόννου για μερικούς μπορεί να είναι ένα θέαμα που προκαλεί απέχθεια, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελεί ένα θέαμα ασυνήθιστο. Γύρω από τις βάρκες που ασχολούνται με το ψάρεμα του τόννου. πολύ συχνά, μαζεύονται πλοιάρια κάθε είδους γεμάτα θεατές, που θέλουν να παραβρεθούν σ' αυτό το φανταστικό γεγονός. Είναι ένα θέαμα πραγματικά συνταρακτικό γιατί ποτέ άλλοτε δεν θα ήταν δυνατόν- νομίζω - να δει κανείς τόσα ψάρια, συγκεντρωμένα σε ένα τόσο μικρό διάστημα.
Από την άλλη μεριά, όμως, η θανάτωση του τόννου είναι ένα θέαμα υπέροχο και ευχάριστο για τα πληρώματα της κάθε βάρκας. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι έμειναν να περιμένουν για πολλές και ατέλειωτες μέρες την συνάντηση με τα θηράματα και έτσι όταν η υπομονή και η ικανότητα τους στέφονται από επιτυχία, που μεταξύ των άλλων καθορίζει την έννοια της επιβίωσης αυτής της τέχνης, δεν είναι δυνατόν να μείνει κανείς ξένος στη χαρά που προέρχεται από την σιγουριά της άφθονης ψαριάς και από τις δυνατότητες που προσφέρει η σημασία της.
Αυτοί που βλέπουν την θανάτωση του τόννου από την μεριά των ζωόφιλων και βλέπουν αυτό το σύστημα σαν ένα βάρβαρο έθιμο, δεν πρέπει να ξεχνούν ότι από την αλιεία του τόννου, ζουν εκατοντάδες άνθρωποι που βγάζουν αποκλειστικά από την θάλασσα τα προς το ζειν.
Ο τόννος μπορεί να ψαρεύει και με άλλα μέσα. Είναι γνωστή η αλιεία του με πετονιές βυθού, τρόπος υιοθετημένος από τους ικανούς μοναχικούς ψαράδες του κόλπου της Νάπολης και της ζώνης του Αμάλφι. Αυτοί στήνουν παγίδες με τις πετονιές στον τόννο, στην ανοιχτή θάλασσα κατά το τέλος του χειμώνα και το ψάρεμα τους έχει σαν σκοπό, να φέρνει καθημερινά φρέσκο το προϊόν στην αγορά. Το ψάρεμα του τόννου με πετονιές βυθού δεν είναι βέβαια
από τα πιο δύσκολα, αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι αυτό το ψάρι είναι πάντα πρόθυμο να τσιμπήσει σε ένα δόλωμα, που είναι καλά προετοιμασμένο. Θα ήταν βέβαια πολύ δύσκολο να τραβηχτεί ένας τόννος διακοσίων κιλών μέσα στην βάρκα, αν δεν χρησιμοποιούσαν ένα τέχνασμα απλό και αποτελεσματικό.
Το δόλωμα που αποτελείται από σαρδέλλες ή σκουμπριά, ενωμένα σαν τσαμπί και στερεωμένα σε ένα χοντρό αγκίστρι, ρίχνεται στη θάλασσα. Η πετονιά, με τα σχετικά βάρη, αφήνεται στο βάθος που καθορίζει ο ψαράς, ο οποίος περιμένει πότε το θήραμα του θα αποφασίσει να βάλει στο στόμα του την εύκολη τροφή.
Όταν ένας τόννος πιαστεί στο χοντρό αγκίστρι, όλο το υπόλοιπο μέρος της πετονιάς αφήνεται στη θάλασσα, ενώ ο ψαράς προσπαθεί να σταματήσει όσο του είναι δυνατόν τη φυγή του ψαριού.
Τις περισσότερες φορές το μήκος μιας μόνο πετονιάς, δεν είναι αρκετό να κρατήσει το ψάρι, γιατί οι τόννοι που πιάνονται στα βαθιά νερά, ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο, είναι ως επί το πλείστον μεγάλα ψάρια. Γι' αυτό το λόγο οι ψαράδες των βαθιών νερών έχουν στην βάρκα πετονιές ρεζέρβα.
Με ένα ειδικό αγκίστρι με ελατήριο ή ενός συστήματος γρήγορου δεσίματος, όταν η πρώτη πετονιά φτάνει προς το τέλος της από το τράβηγμα του ψαριού, οι ψαράδες δένουν την δεύτερη πετονιά και αν δεν φτάσει και αυτή, την τρίτη και την τέταρτη. Αυτές οι πετονιές είναι λεπτά αλλά πάρα πολύ δυνατό σχοινάκια από κάνναβη και έχουν την ικανότητα να αφήνουν μια σχετική ελευθερία φυγής στο χοντρό ψάρι, αλλά έχουν μια τέτοια αντίσταση, που μπορούν να εξασθενίσουν την δύναμη αντίστασης του θηράματος. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο τόννων που αφού διατρέξουν αρκετές εκατοντάδες μέτρα τραβώντας πίσω τους την πετονιά, πιάνονται μετά με μεγάλη ευκολία, μια και η ενέργεια τους έχει υπερνικηθεί από την ελαστική αντίσταση του σχοινιού.
Παρόμοιο με ψάρεμα με την πετονιά που κρατιέται στο χέρι που σας περιέγραψα τώρα, είναι και το ψάρεμα από ένα σταθερό σημείο, που γίνεται με μοντέρνα υλικό και καλάμια ειδικά για αυτό το σκοπό, από τους ψαράδες του Τυρρηνικού πελάγους και της Προβηγκίας.
Το ψάρεμα του τόννου με σταθερές πετονιές έχει σαν προϋπόθεση την παρατήρηση της παρουσίας των τόννων, που έχουν ανέβει προς την επιφάνεια για να κυνηγήσουν. Πάντως τα καλύτερα και περισσότερα ψάρια πιάνονται κοντά σε δίχτυα που έχουν ριχτεί από τους ψαράδες για σαρδέλλες ή για άλλα περαστικά ψάρια.
Είναι απαραίτητο να πούμε πως ο τόννος. λαίμαργος κυνηγός των θαλασσών, παρ' όλο που ακολουθεί το ψάρι μέχρι το δίχτυ, δύσκολα πιάνεται σε αυτό. Είπα δύσκολα γιατί έχουν τύχει και περιπτώσεις τόννων. πιασμένων σε δίχτυα για σαρδέλλες. Αυτές οι περιπτώσεις όμως είναι τόσο σπάνιες που θα μπορούσαμε να πούμε σαν κανόνα, ότι ο τόννος δεν θα πέσει ποτέ σε παγίδα στημένη για ψάρια μικρότερα. Ο τόννος δεν χτυπάει στο δίχτυ και αυτή του η πονηριά παρατηρείται από τους ψαράδες οι οποίοι βασίζουν την δράση τους στην τακτική του να ακολουθεί το δίχτυ χωρίς καν να το αγγίζει, ενώ άλλα ψάρια θα έπεφταν επάνω στο δίχτυ με σκοπό να το υπερπηδήσουν.
Είναι σχεδόν απίθανο ο τόννος να πέσει πάνω στο δίχτυ όπως γίνεται με το δελφίνι, το οποίο δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό να καταβροχθίσει τα φυλακισμένα ψάρια και με αυτή του την ενέργεια, πολύ συχνά καταστρέφει τα λεπτά δίχτυα που είναι απλωμένα για αντζούγιες και σαρδέλλες.
Ο τόννος παρ" όλο που δεν ριψοκινδυνεύει πλησιάζοντας τις στημένες παγίδες για θηράματα που αποτελούν την κύρια τροφή του. δεν φοβάται να επιτεθεί στις σαρδέλλες που δεν έχουν ακόμα πιαστεί στα δίχτυα ή εκείνες (που είναι η εύκολη λεία του) που καταφέρνουν να ελευθερωθούν, συχνά πληγωμένες, πράγμα που τις κάνει να πηγαίνουν πιο σιγά και συχνά να πεθαίνουν σε μικρό χρονικό διάστημα.
Οι ειδήμονες ψαράδες του τόννου βυθίζουν με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας τις πετονιές τους, με τέχνη δολωμένες, κοντά σε δίχτυα για σαρδέλλες ή αντζούγιες. Πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας όχι ο τόννος είναι ένα ψάρι πονηρό και γι αυτό δύσκολα θα τσιμπήσει σε μια πετονιά με υπερβολικό βάρος, που κάνει το δόλωμα να κατεβαίνει με τρόπο αφύσικο. Ο τόννος θα πιάσει μεν την πληγωμένη σαρδέλλα, αλλά δεν πρόκειται να ξεγελαστεί από την δελεαστική μπουκιά που κατεβαίνει με μια ταχύτητα ασυμβίβαστη με το βάρος του δολώματος- Η πετονιά μέσου βάθους για τόννο ελευθερώνεται λοιπόν από το περιττό βάρος και αφήνονται μόνο μολύβια τόσα, ώστε να επιτρέπουν στο δόλωμα και τη πετονιά να κατεβαίνουν με τέτοιο τρόπο, που να διαφέρουν λίγο από το ελεύθερο δόλωμα.
Σαν αντιστάθμισμα όμως, ο τόννος τσιμπά λαίμαργα στο δόλωμα που του προσφέρεται καλοφτιαγμένο και συχνά το καταπίνει. Αν και το μεγαλύτερο μέρος των τόννων που πιάνεται στο αγκίστρι, πιάνεται από μια γωνία του στόματος, ένας μεγάλος αριθμός αγκιστρώνεται από το στομάχι και έτσι σε αυτή τη περίπτωση είναι πολύ εύκολο να τραβηχτούν στην επιφάνεια και να εξασφαλιστούν έτσι από τον ψαρά.
Αν ο τόννος πιαστεί από το στόμα, τότε μια πολύ μεγάλη αντίσταση χαρακτηρίζει την άμυνα του και γι αυτό ο εξοπλισμός, παρ" όλο που είναι πολύ γερός, δοκιμάζεται πολύ. Αρχίζει λοιπόν μια πάλη που διαρκεί πολλές ώρες και με αβέβαιο αποτέλεσμα, ιδιαίτερα αν ο ψαράς δεν έχει στη διάθεση του εξοπλισμό αν όχι τέλειο τουλάχιστον κατάλληλο γι αυτό το είδος ψαρέματος.
Οι ψαράδες που συχνάζουν στη θάλασσα της Προβηγκίας λένε ότι δεν είναι δύσκολο να αγκιστρώσουν τον τόννο κοντά σε δίχτυα ριγμένα για σαρδέλλες και ότι μάλλον αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά. Επιμένουν όμως στην πονηριά αυτού του ψαριού και θεωρούν σαν απαραίτητο στοιχείο, για την καλή έκβαση αυτού του υπέροχου αθλητικού κατορθώματος, την ικανότητα να παρουσιάζουν με φυσικό τρόπο το δόλωμα.
Για το ψάρεμα του τόννου με την πετονιά υπάρχουν πολλές γνώμες που αφορούν την εγκυρότητα των τελειωμάτων σε μέταλλα, τελειώματα που αρνούνται οι γάλλοι ψαράδες. Σοβαροί εξειδικευμένοι μελετητές βεβαιώνουν πράγματι ότι με μεταλλικά τελειώματα μπορεί να πιαστεί ένας πολύ χαμηλός αριθμός τόννων, ενώ θα τσιμπούσαν με μεγαλύτερη ευκολία σε πετονιά.
Βέβαια, το νάϋλον δεν εξασφαλίζει το θήραμα και την τελική νίκη πάνω στον τόννο, πράγμα που θα γινόταν με μια μεταλλική πετονιά. Από την άλλη μεριά οι αθλητές που αφιερώνονται σε αυτό το ψάρεμα, θέλουν πάνω απ' όλα να αισθανθούν την συγκίνηση της μάχης με τον πιο υπέροχο μαχητή της θάλασσας. γι αυτό το λόγο οι Γάλλοι ειδικοί προτιμούν να έχουν το κάτω μέρος της πετονιάς τους φτιαγμένο από μια κοτσίδα από νάϋλον. Αλλης γνώμης φαίνονται να είναι οι Αγγλοι που. ίσως από την διάθεση που έχουν να εξασφαλίσουν το θήραμα, δεν χάνουν τον καιρό τους σε άχρηστες αναμονές και προτιμούν ακόμα το μεταλλικό τελείωμα που είναι πιο σίγουρο.
Φαίνεται πως με την πετονιά είναι πιο εύκολο να πιαστούν τόννοι σε κοπάδια, παρά μοναχικά ψάρια. Αυτό εξαρτάται πιθανά από το γεγονός ότι οι τόννοι σε κοπάδια, από λαιμαργία, ξεγελιούνται πιο εύκολα, προσπαθώντας να φτάσουν το ένα πριν από τ' άλλο στην πετονιά.
Οι καλύτερες και πιο μαζικές συλλήψεις, αυτές που χαρακτηρίζονται από την συνάντηση με μεγάλα ψάρια, πραγματοποιούνται αργά ή στις πρώτες ώρες της νύχτας. Φαίνεται πως σε αυτές τις συνθήκες ο τόννος είναι λιγότερο δύσπιστος και τσιμπάει πιο εύκολα στο αγκίστρι.
Το κλασικό ψάρεμα του τόννου είναι πάντως εκείνο που γίνεται με ρυμούλκηση. Αυτό γίνεται με ειδικά υλικά, κατάλληλα για να αντέχουν στην ασύγκριτη μάχη με τον κυρίαρχο της θάλασσας. Οι ειδικοί της ρυμούλκησης, πολυάριθμοι στις ακτές της Μεσογείου, ιδίως Γάλλοι, ξέρουν πολύ καλά τις πιθανότητες συνάντησης με αυτά τα ψάρια και πηγαίνουν στα μέρη που μπορούν να τα συναντήσουν.
Μερικοί προμηθεύονται μια αρκετή ποσότητα ψαριών - δόλωμα και ειδικά σαρδελλών και όταν φτάσουν στα μέρη τα κατάλληλα, τα πετούν με αφθονία στη θάλασσα, με σκοπό να προκαλέσουν τους περαστικούς τόννους, οι οποίοι θα αρχίσουν να ψάχνουν λαίμαργα για καινούργια τροφή.
Το ψάρεμα με συρτή μπορεί να γίνει τόσο με φυσικά δολώματα και με επαργυρωμένα κυματιστά κουτάλια, όσο και με θυσάνους φτιαγμένους ειδικά γι' αυτό το είδος ψαρέματος και για το θήραμα που θέλουν να πολιορκήσουν.
Αντίθετα με όσα γίνονται στο ψάρεμα σε σταθερό μέρος, ο τόννος με την συρτή πιάνεται σε σχετικά ρηχά νερά και η επίθεση που του γίνεται είναι ξαφνική και σκληρή όπως εκείνη που γίνεται στον ξιφία. Το ψάρεμα του ξιφία είναι πιο συναρπαστικό όσον αφορά την αισθητική πλευρά, γιατί χαρακτηρίζεται από ψηλά και συνεχή πηδήματα του αγκιστρωμένου θηράματος, ενώ ο τόννος βυθίζεται αμέσως φθάνοντας σε αξιοσημείωτα βάθη, όταν αισθάνεται πιασμένος από την άγνωστη δύναμη της πετονιάς.
.
Δεν υπάρχει άλλη εκλογή για τους ψαράδες, όταν έχει πιαστεί ένας τόννος, από το να αντισταθούν με κάθε τρόπο και να συμπεριφερθούν με κτηνωδία στο ψάρι, ανταποδίδοντας χτύπημα στο χτύπημα. Ένας καλός κανόνας είναι να μη χαθεί ποτέ η επαφή με το ψάρι. Το να χαθεί η επαφή σημαίνει αρκετά συχνά το χάσιμο και του θηράματος, μια και δεν είναι σπάνια η περίπτωση ο τόννος να έχει πιαστεί από την σκληρή του μασέλα, στην οποία το αγκίστρι δεν μπορεί να μπει αρκετά βαθιά. Αυτοί οι τόννοι πιάνονται χάρη στην ικανότητα του ψαρά και αυτού που οδηγεί την βάρκα.
Αυτός που κρατά την πετονιά να προσέξει να μην εμποδίζει την τροχαλία, η οποία πρέπει να είναι εκ των προτέρων καθορισμένη (πρέπει να έχει αφαιρεθεί το απόβαρο) σύμφωνα με ένα καθορισμένο βάρος ή μια καθορισμένη δύναμη. Ξεχνώντας αυτές τις διαδικασίες καθώς και τον υπολογισμό της τριβής της τροχαλίας, μπορεί να προκληθεί βλάβη ή χάσιμο της εξάρτησης. καθώς και το «πέταγμα» του ψαρά έξω από τη βάρκα.
Παίρνοντας υπ' όψη την ισχύ της άμυνας του τόννου, οι πετονιές που χρησιμοποιούνται γι' αυτό το σκοπό είναι πολύ γερές, παρ' όλο που είναι αρκετά λεπτές. Αυτές ως επί το πλείστον είναι φτιαγμένες από μια γερή κοτσίδα από λινό ή από κλωστές νάϋλον με κατάλληλη διάμετρο. Το λινό όμως είναι προτιμότερο απ' όλα τα άλλα υλικά.
Το πιάσιμο του τόννου με την πετονιά είναι, όπως είπα, πάρα πολύ συγκλονιστικό, αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι αυτό το ψάρι δεν είναι ποτέ νικημένο, παρά μόνο την στιγμή που θα το δέσουν πάνω στη βάρκα. Πράγματι, με ελαφριές βάρκες ο τόννος μπορεί άνετα να ακολουθηθεί σε όλους τους βίαιους ελιγμούς του, αλλά θα είναι πολύ δύσκολο να τραβηχτεί πάνω στη βάρκα, μια που τις περισσότερες φορές πρόκειται για ψάρια που ζυγίζουν πάνω από εκατό κιλά.
Οι ειδικοί ψαράδες, τόσο στο σύστημα του βυθού όσο σ' εκείνο της ρυμούλκησης, παίρνουν μαζί τους χοντρούς ναυτικούς γάντζους ή μπαστούνια με γάντζο, τα οποία θα χρησιμοποιούσαν για να σταματήσουν τον τόννο όταν θα έχει φτάσει κάτω από τη βάρκα. Αν είναι εύκολο σχετικά να γαντζώσουν τον τόννο, δεν είναι τόσο εύκολο να τον κρατήσουν ενάντια στα τοιχώματα της βάρκας, παρά μόνο σε περιπτώσεις ιδιαίτερα τυχερές στις οποίες ο τόννος είναι τόσο εξουθενωμένος ώστε να μην προβάλλει αντίσταση. Πολλές φορές, αντίθετα, μόλις το θήραμα αισθάνεται αγκιστρωμένο επανακτά τις δυνάμεις του και με βία προσπαθεί να ξανακερδίσει την ελευθερία του συχνά βγάζοντας από τα χέρια του ψαρά τον γάντζο που θα ακολουθήσει πια το ψάρι.
Κατά κανόνα ο τόννος πιάνεται με πολλούς γάντζους συγχρόνως και κρατιέται σταθερά ενάντια στα τοιχώματα της βάρκας ενώ συγχρόνως περνιέται γρήγορα μια θηλιά από λινό στα πτερύγια της ουράς του, ώστε να μπορέσει να κρατηθεί με δύναμη τέτοια, που δεν μπορεί να νικηθεί ούτε καν από την ισχυρή προσπάθεια του.
Μόνο όταν τελειώσει αυτή η δουλειά ο τόννος μπορεί να θεωρηθεί πιασμένος, μα πριν από αυτή την δουλειά κάθε ατύχημα είναι πιθανό. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις χοντρών ψαριών που ανακτώντας τις δυνάμεις την τελευταία στιγμή, με ένα τίναγμα και με μια τελευταία απελπισμένη άμυνα, ελευθερώνονται από το αγκίστρι, ενώ ο ψαράς τα θεωρούσε πια νικημένα. Στην πραγματικότητα περιπτώσεις αυτού του είδους -παρ" όλο που σε πολλούς αρέσει να οραματίζονται την πιθανότητα μιας φανταστικής ανάληψης δυνάμεων από μεριά του τόννου - είναι πολύ σπάνιες και γι" αυτό το λόγο αποτελούν θέματα συζήτησης ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τους ερασιτέχνες ψαράδες. Στην πραγματικότητα όμως τις περισσότερες φορές ο τόννος όταν φτάσει κάτω από τη βάρκα είναι σε τέτοια κατάσταση, ώστε δεν μπορεί πια να προβάλλει αντίσταση.


Με φυσικά δολώματα φτιαγμένα σε λωρίδες :

1 Εισαγωγή
Υπάρχουν πραγματικά διάφορες κατασκευές φυσικών δολωμάτων που μπορούνε να ξεγελάσουν και το πιο δύσπιστο ψάρι κατασκευές που στην Ελλάδα είναι σχεδόν άγνωστες ενώ στις αμερικανικές ακτές πολύ διαδομένες .
Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω χρησιμοποιήσει αυτές της τεχνικές με επιτυχία αρκετά ψάρια. Στην Ταϊλάνδη έχω δει να κάνουνε περικοπή από το τμήμα κοιλιών ενός μικρού τόνου σε μια μορφή φύλλων ιτιών κάτι σαν λουρίδες . Πού με την σειρά τους αυτοί χρειάζονται να ραφτούν για να πάρουν τελικά ένα σχήμα ψαριού . Το ίδιο πράγμα επίσης το κάνουν και με καλαμάρι που τελικά και οι δύο κατασκευές έχουν εκπληκτικά αποτελέσματα

2 Αρχικά πιάστε το δόλωμά σας
Το φρέσκο δόλωμα ψαριού είναι φυσικά κατά πολύ το καλύτερο. Τα ψάρια επιδεινώνονται πολύ πιο γρήγορα από άλλα είδη δολωμάτων .

3 Παγώστε το δόλωμά σας
Πρέπει να παγώσετε λίγο το δόλωμα σας προκειμένου να γίνει η σάρκα περισσότερη σκληρή. Εάν κόβετε το φρέσκο ψάρι αμέσως, το κρέας του είναι πάρα πολύ μαλακό. Βάλτε το δόλωμα στον πάγο για περίπου μια ώρα. Μπορείτε επίσης να κόψετε το τμήμα κοιλιών και να το αλατίσετε και να το βάλετε στο πάγο, αλλά προσωπικά προτιμώ να τα βάζω ολόκληρα και να τα κόβω έπειτα αφότου ψύχεται.

4 Κοπή του τμήματος κοιλιών
Μερικοί προτιμούν να κόψουν το ψάρι τους μπροστά από το πρωκτικό πτερύγιο και να τελειώσουν μακριά ακριβώς πίσω από τα θωρακικά πτερύγια. Εγώ προτιμώ να αρχίσω την περικοπή ακριβώς πίσω από το πρωκτικό πτερύγιο και να συνεχίσω μέχρι τον σύρτη λαιμού. Αυτό δίνει διάφορα πλεονεκτήματα. Το κρέας συρτών λαιμού είναι εξαιρετικά σκληρό και ισχυρό και τα θωρακικά πτερύγια ενεργούν επίσης για να σταθεροποιήσουν το δόλωμα . Αφού τελειώσετε με αυτή την ενέργεια μπορείτε να κόψετε το πρωκτικό πτερύγιο και μόλις αυτό αποκοπεί δημιουργήστε μια διχάλα σαν ουρά και το δόλωμα γίνετε ακόμα πιο ελκυστικό. Ας φαίνεται αρκετά δύσκολο μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα σχεδιάγραμμα .Σε κάθε περίπτωση το μαχαίρι σας θα πρέπει να είναι αρκετά κοφτερό για να μπορεί το σχήμα να κόβεται καθαρά .

5 Βελόνα
Η βελόνα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη για να τρυπήσει το δόλωμα όταν ράβεται.
Προσωπικά εργάζομαι με μία σακοράφα που και καλύτερα περάσματα έχει αλλά και στα δεσίματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και διάφορα ψιλά καλώδια. Στην περίπτωση όμως μικρών δολωμάτων που απευθύνονται σε άλλα μικρότερα ψάρια μια βελόνα νομίζω είναι αρκετή.

6 Ράψιμο
Το υλικό που θα χρησιμοποιήσουμε στο ράψιμο είναι το Dacron, η ακόμα και μια ψιλή πετονιά Η καλύτερη σειρά για να ράψετε είναι να ξεκινήσετε επάνω από τα θωρακικά πτερύγια. Αυτό είναι και το ισχυρότερο μέρος του δολώματος. Οι βελονιές πρέπει να κλείσουν το δόλωμα σταθερά και να είναι αρκετά βαθιές έτσι ώστε να μην μπορούν εύκολα να σκιστούν . Το σχέδιο βελονιών κατά μήκος της κορυφής του δολώματος πρέπει να μοιάσει με μια σειρά X.
Σημείωση τοποθετήστε το αγκίστρι πριν ξεκινήσετε το ράψιμο όπως φαίνεται στο τελευταίο σκέλος της φωτογραφίας . αν πρόκειται να ψαρέψετε Γοφάρια τοποθετήστε συρματόσχοινο στο αγκίστρι.

7 Φρέσκα δολώματα

Αλλάζεται τα δολώματά σας τακτικά. Τα φρέσκα δολώματα μπορούν να διαρκέσουν για περίπου 2 ώρες πριν χάσουν τη γεύση τους .


Καλαμάρια & θράψαλα



Τα καλαμάρια και τα θράψαλα διακρίνονται απ τις σουπιές εύκολα, εξαιτίας της επιμήκης μορφής του σώματος τους, της ροζ απόχρωσης τους και εξαιτίας των συνηθειών τους να κολυμπούν στα μισά νερά, τις περισσότερες φορές σε κοπάδια. Επίσης ξεχωρίζουν και απ' τις διαστάσεις τους, που μπορούν να είναι σημαντικές: ένα μέτρο μήκος και βάρος 10-12 κιλά. Εντούτοις το πιάσιμο τέτοιων καλαμαριών δεν είναι τόσο κοινό, εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Σε τέτοιες διαστάσεις βρίσκονται στις ζεστές θάλασσες, κι ιδιαίτερα στις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Τα καλαμάρια πιάνονται με δίχτυα που σέρνονται, δηλαδή με τράτες. Σπάνια μερικά απ' αυτά τα θαλασσινά καταλήγουν σε άλλα δίχτυα. Το ψάρεμα των καλαμαριών γίνεται και ερασιτεχνικά στις θάλασσες μας, και είναι μια διασκεδαστική ποικιλία των άλλων μεθόδων ψαρέματος με την πετονιά. Γίνεται τη νύχτα και ιδιαίτερα τις πρώτες νυχτερινές ώρες, προπάντων όταν δεν υπάρχει φεγγάρι. Πρέπει να βγούμε σε μια ορισμένη απόσταση απ' την ακτή, απόσταση που μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις συνθήκες του βυθού της περιοχής που ψαρέψουμε.

Συνήθως τα καλαμάρια μεγάλων διαστάσεων, που μπορούν να φτάσουν και σε μεγάλο βάρος, ίσως μισό κιλό και παραπάνω, πιάνονται σε βυθό λιγότερο από 50 μέτρα. με κουπιά, μπορεί να μας εξυπηρετήσει πολύ καλά σε αυτό το ψάρεμα. Στη βάρκα τοποθετείται ένα μικρό πυροφάνι, ή μια απλή λάμπα ή μια λάμπα ασετυλίνης. που σα σκοπό έχει να φωτίζει την επιφάνεια σ' ένα μικρό βάθος και για μια περιορισμένη σχετικά περιοχή. Καλάρουμε λοιπόν στη θάλασσα την πετονιά, η οποία αποτελείται από ένα απλό νήμα, σχετικά γερό από νάϋλον, στο οποίο δένεται η καλαμαριέρα.

Η καλαμαριέρα αποτελείται από ένα μεταλλικό μολυβωμένο σώμα ή από μολύβι μόνο, που συνήθως βάφεται άσπρο. Το σχήμα αυτού του τεχνητού δολώματος για καλαμάρια, μοιάζει με μια μεγάλη ελιά. Στην άκρη υπάρχει μια σειρά αγκιστριών, τοποθετημένων ακτινωτό, τα οποία είναι στραμμένα προς τα πάνω. είναι πολύ μυτερά και δεν έχουν δόντι. Aλλοι τύποι καλαμαριέρας, αποτελούνται αντίθετα από έναν μεταλλικό σωλήνα, καλυμμένο με χρώμιο που στην μια άκρη του έχει το δαχτυλίδι με το οποίο συνδέεται η ορμιά και στην άλλη άκρη τα αγκίστρια, που είναι λοξά γυρισμένα προς τα πάνω σε ακτινωτή διάταξη, όπως στον προηγούμενο τύπο.

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την καλαμαριέρα χωρίς άλλο δόλωμα, αλλά πολλοί υποστηρίζουν πως είναι καλύτερο να δένουμε στο σώμα της καλαμαριέρας ένα ψάρι, ένα πόδι από κότα, ένα κομμάτι κρέας, λαρδί, ή οτιδήποτε άλλο τρώγεται, και το οποίο είναι ανθεκτικό στο νερό. Αυτή η τροφή έχει σαν σκοπό να κρατά καλύτερα το καλαμάρι όταν ψαρεύεται.
Οι πιο επιδέξιοι ψαράδες καλαμαριών, δεν χρησιμοποιούν όμως πρόσθετα δολώματα, έχοντας εμπιστοσύνη στην ικανότητα τους και στην επιδεξιότητα τους, στο να καρφώνουν το δόλωμα. Όταν φτάσουμε στην κατάλληλη περιοχή και ανάψουμε τη λάμπα, αφήνουμε να τρέξει η πετονιά που βαστά την καλαμαριέρα μέχρι να αγγίξει το βυθό. Μετά την σηκώνουμε λίγο, και κατόπιν σιγά - σιγά την βγάζουμε έξω στην επιφάνεια.

Στις πλούσιες περιοχές σε καλαμάρια και τις τυχερές βραδιές δεν χρειάζονται ιδιαίτερες μανούβρες για να προσελκύσουμε τα καλαμάρια που ρίχνονται αμέσως στο τεχνητό δόλωμα. ¶λλες φορές αντίθετα, είναι αναγκαίο να κινούμε την καλαμαριέρα με αργή κίνηση, από κάτω προς τα πάνω και αντίστροφα. Αυτές οι μανούβρες σκοπό έχουν να τραβήξουν την προσοχή των καλαμαριών, που βρίσκονται στα καταφύγια τους. Το καλαμάρι συνήθως ρίχνεται χωρίς κανένα δισταγμό στην καλαμαριέρα και την κρατά με τα πλοκάμια του. Ο ψαράς θα αισθανθεί κάποιο βάρος, αλλά δεν αισθάνεται τραβήγματα ή αντίσταση άλλου είδους. Με γρήγορες κινήσεις των χεριών καρφώνει το καλαμάρι που διαπερνιέται από τα μυτερά αγκίστρια. Αμέσως μετά το κάρφωμα πρέπει να ανεβάσουμε το δόλωμα με το θήραμα μαζί, όσο πιο γρήγορα είναι δυνατό, έτσι ώστε να αποφύγουμε σπαρταρώντας το καλαμάρι, να ελευθερωθεί απ" τα αγκίστρια που το έχουν καρφώσει.

Συχνά, το καλαμάρι όταν δεν έχει πληγωθεί σε ζωτικό σημείο ή κι όταν δεν είναι αρκετά μεγάλο, καταφέρνει να φύγει. Αν οι πληγές του δεν είναι σοβαρές, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, να επιτεθεί πάλι και να το καρφώσουμε κι άλλη μια φορά. Το ανέβασμα του καλαμαριού, χαρακτηρίζεται απ' το σημαντικό βάρος - αντίσταση στην πετονιά, που οφείλεται στο γεγονός ότι το ζώο αυτό ανοίγει σαν ομπρέλλα. Όταν βγει στην επιφάνεια μαζεύεται απότομα και συχνά ραντίζει βίαια τον ψαρά με νερό. Η αντίσταση του καλαμαριού είναι σημαντική. Αν ένα καλαμάρι είναι μεγαλύτερο από ένα κιλό, τότε πραγματικά, να το ανεβάσουμε στη βάρκα γίνεται μια περιπέτεια.


Η συρτή στη θάλασσα



Η εξέλιξη και διάδοση των μέσων μηχανοκίνητης ναυσιπλοΐας που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, Καθόρισαν σε πολλά μέρη της γης ένα ενδιαφέρον για το ψάρεμα και ιδιαίτερα για το ψάρεμα της συρτής . Το μεγαλύτερο μέρος των ερασιτεχνών ψαράδων στα εσωτερικά νερά της Ευρώπης λόγου χάρη συνηθισμένη στο ψιλό ψάρεμα αγνοούσαν μέχρι πριν από λίγο της δυνατότητες που προσφέρει η θάλασσα και τη μεγάλη ποικιλία από μεθόδους και τεχνικές. Πολύς κόσμος από μη παραθαλάσσια μέρη πριν από 15 χρόνια θεωρούσε τις καλοκαιρινές διακοπές στη θάλασσα σαν μια ανιαρή παρένθεση η σαν καθήκον που έπρεπε να κάνουνε στην οικογένεια τους .
Η δυνατότητα να χαρούμε τη θάλασσα με τόσες φθηνές και σίγουρες κατασκευαστικές λύσεις φουσκωτά συμβατικά και πολυεστερικές βάρκες αύξησε τους ψαράδες σε μεγάλο αριθμό και τους έκανε λάτρεις του υγρού στοιχείου. Από τις μεθόδους ψαρέματος της συρτής ορισμένες είναι εφικτές και σε ανθρώπους με μέτριες οικονομικές δυνατότητες. Η διάδοση των μικρών πλεούμενων για παράκτια ναυσιπλοΐα συνέτειναν ώστε ένα μεγάλο μέρος ερασιτεχνών να ασχοληθούν με τη συρτή.
Αυτή η μέθοδος ψαρέματος διαδομένη περισσότερο στην Ευρώπη κατά τη γνώμη μου παρουσιάζει σημαντικά αβαντάζ από πολλές απόψεις.

Η παράκτια ναυσιπλοΐα αποτελεί ήδη από μόνη της μια ευχαρίστηση που μπορούν να γευτούν και όση συνοδεύουν το ψαρά και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το ψάρεμα , τουλάχιστον μέχρι να πιαστούν τα πρώτα ψάρια.
Σε μια φουσκωτή βάρκα σε μία μικρή πλαστική η σε οποιοδήποτε πλεούμενο μπορεί να πάρει μαζί του ο ψαράς , την αρραβωνιαστικιά του τη φίλη του την παρέα του η οποιοδήποτε που θέλει , χωρίς αυτοί να βαρεθούν και μάλιστα με την πιθανότητα να ενδιαφερθούν για το ψάρεμα. Σέρνοντας σε απόσταση λίγων μέτρων από την πρύμνη της βάρκας τα φτερά η τα κουταλάκια (ψεύτικα ψαράκια)που αποσκοπούν να προσελκύσουν τα παράκτια ψάρια όπως τη συναγρίδα την τσιπούρα δεν εμποδίζει της ευχάριστες περιπλανήσεις. Οι δυνατότητες να πιαστούν ψάρια με ένα συρόμενο δόλωμα αποδεικνύονται σχεδόν πάντα από ένα τυχαίο γεγονός.
Κάποιος που έχει διαβάσει η έχει ακούσει από άλλους πως μπορούν να πιαστούν ψάρια με αυτό τον τρόπο κάνει το πρώτο πείραμα και όταν πετύχει αμέσως η είδηση μεταδίδεται και γίνεται κοινό ενδιαφέρον για την περιοχή.
Έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα ο αριθμός αυτών που ψαρεύουν με συρτή γίνεται όλο και μεγαλύτερος .
Μια από τις πιο διαδιδόμενες μεθόδους με μικρές βάρκες είναι η συρτή βυθού .
Αυτή αποτελείται από μια ορμιά 50-60 .εξοπλισμένη με βαρίδια που είναι διασκορπισμένα σε ένα ορισμένο διάστημα ξεκινώντας από την άκρη με τρόπο .ώστε το σύνολο της ορμιάς να είναι δυνατό να σέρνεται στο κατάλληλο βάθος το δόλωμα στερεωμένο στο παράμαλλο που έχει ένα γερό στριφτάρι αποτελείται από ένα φτερό ,ένα κουταλάκι, ένα τεχνητό ψαράκι η ζωντανό που συνήθως έχει και τα καλύτερα αποτελέσματα.
Οι εμπειρίες αυτού του είδος ψαρέματος είναι πολύ διαφορετικές και εξαιρετικά πιο σύνθετες από αυτές που χαρακτηρίζουν τις συρτές από την ακτή που είναι παρόμοιο σύστημα και γίνεται με το να πετούν το τεχνητό δόλωμα και να το επαναφέρουν συνεχώς .
Σε ορισμένα μέρη το κουταλάκι είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά δολώματα.
Σε άλλα μέρη πηγαίνει καλύτερα ένα φτερό άσπρου χρώματος η πορτοκαλί και σε άλλα το ζωντανό φυσικό ψάρι αγκιστρωμένο με διάφορους τρόπους είναι το μόνο πιο αποτελεσματικό δόλωμα για να πιάσουμε συναγρίδες και μανάλια σε βάθος .
Το ψάρεμα με τη συρτή βυθού είναι σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης το πιο διαδομένο .
Προϋποθέτει μια ακριβή γνώσει των χαρακτηριστικών του βυθού των ρευμάτων και του χαντακιών όπου συχνάζουν τα ψάρια.
Μόνο με την ακριβή γνώση αυτών των στοιχείων ο ψαράς μπορεί να ελπίζει στη επιτυχία .
Επειδή συνήθως ιδιαίτερα στις πλούσιες σε βράχους περιοχές ο βυθός έχει ποικιλία στην μορφή , αρκεί ένα λανθασμένο πέρασμα από μερικά μέτρα απόσταση η από μερικά εκατοστά ύψους για να παραμείνει απόλυτα στείρα η κάθε προσπάθεια να πιαστούν συναγρίδες η άλλα ψάρια που επιδιώκουμε με αυτή την μέθοδο.
Η προϋπόθεση της επιτυχίας λοιπόν συνεπώς καθορίζεται από την ανάγκη να γίνουν πολλές προσπάθειες για να μελετήσουμε τα χαρακτηριστικά της περιοχής.
Όταν καθορίσουμε το βάθος και της γραμμές που θα περάσουμε τότε έχει γίνει το κυριότερο μέρος της δουλειάς η επιτυχία τότε θα εξαρτάται με τυχαία γεγονότα.
Πράγματι όπου πιάνονται συναγρίδες σε 15-20 μέτρα βάθος και σε απόσταση 15-20-30 μέτρα από την ακτή εκεί θα πιάνονται συνεχώς συναγρίδες σε μικρότερο η μεγαλύτερο μέγεθος και σίγουρα σε ικανοποιητικό αριθμό .
Φυσικά ο καλός ψαράς δεν πρέπει να περιοριστή να εντοπίσει μια μόνο περιοχή ψαρέματος αλλά πρέπει να αναζητεί συνεχώς νέες τοποθεσίες που μπορεί να αποτελούν ρεζέρβες σε σχέση με κείνες που έχουν περισσότερα ψάρια .
Η επιτυχία σε περιοχές που δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστές θα χαμογελάσει σε αυτόν που υπομονετικά θα έχει βρει.
Ένα άλλο στοιχείο που θα έρθει η επιτυχία είναι η σωστή ταχύτητα της βάρκας.
Και για ότι αφορά αυτό το στοιχείο είναι αναγκαίο να προχωρά κανείς με δοκιμαστικές προσπάθειες που εξάλλου είναι διασκεδαστικές κι ευχάριστες οι οποίες αν θα γίνουν με ορθολογικό τρόπο κι εξυπνάδα θα εξασφαλίσουν την επιτυχία
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται κοπιαστικά στην πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο πολύ , ιδιαίτερα για όσους έχουν πραγματική αγάπη για τη θάλασσα.
Ένα δόλωμα που σέρνεται στο βυθό λίγα εκατοστά πάνω από το βυθό σε μια βραχώδη περιοχή έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας αν γίνεται με ταχύτητα 2-3 μιλίων την ώρα δηλαδή περίπου 5-6 χιλιόμετρα την ώρα .
Πάντα σύμφωνα με την εμπειρία μου .
Το καλύτερο δόλωμα για μένα είναι η ζαργάνα που αγκιστρώνεται από την ράχη και σέρνεται πολύ αργά .Η ζαργάνα είναι επίσης από τα καλύτερα δολώματα για τα μαγιάτικα και για τους τόνους στις μεγάλες συρτές .
Δεν είναι εύκολο να περιγράψουμε ποιοι θα είναι οι καλύτεροι τρόποι για να σύρουμε το ζωντανό ψάρι στη θάλασσα έτσι ώστε να γίνεται δελεαστικό για το αρπακτικό ψάρι .
Μπορώ μόνο να εκφράσω την γνώμη μου ότι το ζωντανό ψάρι όσο πιο αργά σέρνεται τόσο πιο δελεαστικό γίνεται.
Η πετονιά αν θέλουμε να πιάσουμε ζαργάνες η μελανούρια αποτελείται από μια πετονιά διαμέτρου 30-50 .
Σε αυτή την πετονιά δένουμε ένα παράμαλλο 1-2 μέτρα με μικρότερη διάμετρο πάνω σε στριφτάρι με ένα αγκίστρι και δόλωμα ένα πούπουλο , ψαράκι μικρό τεχνητό , λωρίδα μεταξιού η ακόμα μια απομίμηση από χελάκι.
Ένα απ' τα κοινά δολώματα, που κάνει προπάντων για τα μελανούρια, είναι το μικρό φτερό, πιθανόν από γλάρο, οπωσδήποτε όμως τελείως άσπρο, με μήκος 4-6 εκατοστά, το οποίο μπορεί να στερεωθεί με λευκό νήμα στην πετονιά για να κυλά μέχρι τη λαβή του αγκιστριού ή να δεθεί με έναν κόμπο στην πετονιά μόλις πάνω απ' το αγκίστρι, με τρόπο ώστε αυτό να προεξέχει κατά τα δυο τρίτα απ' την άκρη του φτερού. Αυτό το δόλωμα θέλει να μιμηθεί το μικρό ψάρι που το σκάει στην επιφάνεια και το προτιμούν τα μελανούρια καθώς και μερικά λαυράκια, αν το ψάρεμα θα γίνει πολύ κοντά στις βραχώδεις ακτές.
Συνήθως, τα μελανούρια πιάνονται λίγο πιο ανοιχτά, σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων απ' την ακτή και η συνάντηση τους είναι πολύ πιο συχνή, μπροστά σε μικρά ακρωτήρια όπου υπάρχουν τα παιχνίδια των ρευμάτων.
Το λαυράκι συναντιέται πιο εύκολα πλέοντας πολύ κοντά στα βράχια, στα λίγα μέτρα, πράγμα που χρειάζεται φυσικά τέλεια γνώση της τοποθεσίας για να αποφεύγονται συγκρούσεις με ύφαλους, που μπορεί να βρίσκονται σε μικρό βάθος.
Το περιστρεφόμενο κουταλάκι μήκους 2-3 εκατοστών είναι πολύ πιο ενδιαφέρον για το λαυράκι απ' ότι για το μελανούρι, αν και σε ορισμένες ιδιαίτερες περιοχές μπορεί να είναι πολύ αποδοτικό και γι" αυτό.
Είναι περίεργο πράγματι, πως στη θάλασσα, σε ορισμένες εποχές και τοποθεσίες, το ψάρι που ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος προτιμά ένα δόλωμα στο οποίο αντίθετα, δεν δίνει καμιά σημασία σ' ένα διαφορετικό μέρος. Είναι φανερή, κατά συνέπεια, η ανάγκη να προχωράμε με δοκιμαστικές προσπάθειες, πράγμα που δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία και δεν είναι καθόλου βαρετό.
Το μικρό χέλι είναι πολύ αποτελεσματικό, κοντά στις εκβολές, για το λαυράκι, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο κοντά στους βράχους που βρίσκονται μακριά από τις εκβολές των ποταμών, Το ψάρι προτιμά πάντα τα θηράματα που έχει συνηθίσει να συναντά πιο συχνά κατά τη διάρκεια του χρόνου.
Κατά μήκος των βραχωδών ακτών, μακριά από εκβολές, είναι πολύ πιο αποτελεσματικός ένας μικρός κέφαλος ή ένα οποιοδήποτε άλλο ψάρι με ασημί χρώμα, αγκιστρωμένο σ' ένα απλό αγκίστρι, που το διαπερνά απ' τα μάτια, ή ένα τεχνητό ψάρι που μιμείται τον ασημί γόνο που είναι τόσο κοινός και τόσο συχνός κοντά στους βράχους της ακτής.
Ενώ το κατάλευκο φτερό, πρέπει να σέρνεται με ταχύτητα 2 ή 3 κόμβους την ώρα, το φυσικό ψαράκι πρέπει να σέρνεται με μικρότερη ταχύτητα, έτσι που η ορμιά τους να είναι μόλις τεντωμένη απ' την μετακίνηση της βάρκας. Το φυσικό ψάρι είναι αποτελεσματικό επίσης και για τη ζαργάνα. Όταν οι ζαργάνες είναι πολυάριθμες, το ψάρεμα τους είναι πάρα πολύ διασκεδαστικό, εξαιτίας της άμυνας, που προβάλουν αυτά τα ψάρια με συχνά πηδήματα έξω απ' τα νερά. Τα μελανούρια κι οι ζαργάνες είναι τα πιο κοινά θηράματα για τη συρτή.
Για ό,τι αφορά τα μελανούρια, το ψάρεμα με τη συρτή είναι αποτελεσματικό για το πιάσιμο μικρού και μεσαίου μεγέθους ενώ τα πιο μεγάλα μελανούρια πιάνονται πάντα με πετονιά με φυσικό δόλωμα στα ρεύματα που πηγαινοέρχεται στην επιφάνεια, ενώ η βάρκα είναι φουνταρισμένη. Αυτό το ψάρεμα γίνεται σχεδόν αποκλειστικά τις νυχτερινές ώρες, το λένε καθετή από βάρκα, και γίνεται αφήνοντας την πετονιά να παίζει στην επιφάνεια με τα ρεύματα, τα οποία φυσικά πρέπει να γνωρίζει ο ψαράς πολύ καλά.
Πιάνομαι απ' αυτή την ευκαιρία, για να περιγράψω αυτόν τον αρκετά διασκεδαστικό τρόπο ψαρέματος.
Η καθετή για μελανούρια από βάρκα, ρίχνεται στη θάλασσα αφήνοντας ελεύθερα στα ρεύματα 8-10 μέτρα πετονιάς (μερικές φορές και 15 μέτρα), κι αυτή φεύγει, με ελαφρύ τέντωμα και την κρατάμε σταθερή σ' αυτή την απόσταση, με τρόπο ώστε το δόλωμα να φαίνεται, (ή μόλις να βουλιάζει) σαν αποτέλεσμα του ίδιου τού ρεύματος. Όπου τα μελανούρια είναι σε κοπάδι, αυτή η μέθοδος μας δίνει την ευκαιρία να πιάσουμε πολλά, κι αυτό συμβαίνει κύρια στο Ιόνιο Πέλαγος, αλλά και σε πολλά μέρη του Αιγαίου.
Το μελανούρι τσιμπά με απληστία το δόλωμα που αποτελείται από γαρίδες ή κομμάτι της ουράς γάμπερης, που έχει ξεφλουδιστεί κι έχει στερεωθεί καλά πάνω στο αγκίστρι, το οποίο πρέπει να είναι γερό, και νούμερο 8. Τα αγκίστρια που είναι χωρίς αντιοξειοωτική επάλειψη είναι κατά τη γνώμη μου προτιμότερα, γιατί είναι πιο ελαφρά, λεπτά και πιο μυτερά.
Το ψάρεμα του λαυρακιού, που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον εξαιτίας της δυνατότητας να προσφέρει μεγάλες συγκινήσεις, πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν κοντά στα βράχια ή στα λιμανάκια και στο εξωτερικό μέρος, σέρνοντας αργά ένα φυσικό δόλωμα. Το λουράκι είναι ένα ψάρι που επιτίθεται έξαφνα και με μεγάλη ορμή. Προσφέρει συγκινήσεις όχι μόνο σε σχέση με το μέγεθος του, αλλά και εξαιτίας της ίδιας τής τακτικής που ακολουθεί στην επίθεση. Ενώ το ζωντανό φυσικό δόλωμα, για το ψάρεμα που γίνεται απ' την ακτή. πρέπει να αφήσουμε να το καταπιεί το ψάρι, στο ψάρεμα με τη συρτή, το μεγάλο θήραμα καρφώνεται μόνο του, με την ορμή που έχει.
Ψαρεύοντας λαυράκια μπορούμε να έχουμε, όπως είπα, μεγάλες εκπλήξεις: ένα λαυράκι 4-5 κιλών και περισσότερο μπορούμε να το συναντήσουμε σε όχι τόσο βαθιά νερά, σε σημεία που δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε πως υπάρχει ένα ψάρι, με τέτοιες διαστάσεις και βάρος.
Είδα να πιάνουν απ' την ακτή, χρησιμοποιώντας για δόλωμα έναν μικρό ζωντανό Κέφαλο, λαυράκια 3-4 κιλών που έρχονταν να πιάσουν το δόλωμα, ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. κοντά στο μέρος των βράχων που βρέχεται απ' τον αφρό.
Το ψάρεμα του λαυρακιού χρειάζεται τέλεια γνώση του με δόλωμα να φαίνεται, (ή μόλις να βουλιάζει) σαν αποτέλεσμα του ίδιου τού ρεύματος. Όπου τα μελανούρια είναι σε κοπάδι, αυτή η μέθοδος μας δίνει την ευκαιρία να πιάσουμε πολλά, κι αυτό συμβαίνει κύρια στο Ιόνιο Πέλαγος, αλλά και σε πολλά μέρη του Αιγαίου.
Η ζαργάνα είναι ένα ψάρι επιφάνειας και επιτίθεται σε όλα τα μικρά ψάρια που βρίσκονται στην επιφάνεια
Το πιάσιμο της είναι αρκετά εύκολο, αν βρίσκεται σε κοπάδι. Δεν είναι σπάνια η περίπτωση πιασίματος μεγάλου αριθμού την εποχή που πλησιάζουν την ακτή. Η συρτή γι' αυτό το ψάρι πρέπει να είναι πολύ αργή, επειδή η σχετικά μεγάλη ταχύτητα δεν επιτρέπει σ' αυτά τα ψάρια, που δεν είναι τόσο πολύ γρήγορα, να επιτεθούν στο δόλωμα και να το δαγκώσουν με τον κατάλληλο τρόπο. Το ψάρεμα της ζαργάνας είναι μία απ' τις πιο διασκεδαστικές ασχολίες του ψαρά των ακτών. Αυτό το ψάρι δαγκώνει πολύ διακριτικά το δόλωμα, αλλά όταν αισθανθεί πως τσιμπήθηκε, αμύνεται με πολύ μεγάλη δύναμη και αντοχή, σχετικά με το μέγεθος του, πηδώντας συχνά καν έξω απ' το νερό.
Η ζαργάνα μπορεί να ψαρευτεί και με σταματημένη τη βάρκα, αφήνοντας να παίζει το δολωμένο ψάρι, νεκρό ή ζωντανό μέσα στο ρεύματα και κατά τη γνώμη μου. αυτό το είδος ψαρέματος είναι διασκεδαστικό, τουλάχιστο τόσο όσο και η συρτή Κι αυτό επειδή μπορούμε να αισθανθούμε πολύ εύκολο το τσίμπημα του ψαριού, καθώς επίσης και το κάρφωμα δεν είναι τόσο «αυτόματο» όπως στο ψάρεμα με τη συρτή.
¶λλα ψάρια επιφάνειας που μπορούν να πιαστούν με τι συρτή, ή με την καθετή που «επιπλέει» απ'τη βάρκα, καθώς κα με εξακοντισμό, είναι οι βλάχοι, που τους συναντά κανείς συχνά κρυμμένους σε κάσες ή άλλα αντικείμενα που επιπλέουν στη θάλασσα. Πλέοντας λίγο προς τα ανοιχτά, σε απόσταση 6-7 μιλίων απ' την ακτή, συναντάμε στη γραμμή των πλοίων αυτά τα «λείψανα», τις κάσες και τα διάφορα επιπλέοντα αντικείμενα που όταν βρίσκονται στη θάλασσα λίγο καιρό προσφέρουν καταφύγιο στους γκρίζους βράχους μικρών διαστάσεων. Αυτά τα ψάρια φτάνουν σε εξαιρετικές περιπτώσεις το βάρος των δύο κιλών. Συνήθως ζυγίζουν 300 ή 500 γραμμάρια, αλλά είναι πολύ ενδιαφέροντα στο ψάρεμα, επειδή μπορούν να πιαστούν πολλά μαζί σε κίνηση.
Υπάρχουν ημέρες που αυτά τα ψάρια δεν τσιμπούν καθόλου, ούτε στο φυσικό δόλωμα που τους προσφέρεται από ακίνητη βάρκα (που μπορεί να δώσει το μεγαλύτερο αριθμό ψαριών), ούτε στα συρόμενα δολώματα. Αλλες μέρες αυτά τα ψάρια είναι εξαιρετικά λαίμαργα και επιτίθενται σε οποιοδήποτε δόλωμα. Εξαιρετικά διασκεδαστικό είναι το ψάρεμα με καλάμι
εξακοντισμού, από μια κάποια απόσταση απ' το «λείψανο» που προστατεύει τα ψάρια, με τρόπο ώστε να αποφύγουμε την περίπτωση που θα εγκαταλείπουν την κρυψώνα τους. για να κρυφτούν κάτω απ' το πλεούμενο, πράγμα που κάνει πιο δύσκολο το πιάσιμο τους.
"Ένας βλάχος δυο κιλών προβάλλει σημαντική αντίσταση σε σχέση με τα ελαφρά εργαλεία, που πρέπει να χρησιμοποιούνται σ' αυτού του είδους το ψάρεμα. Συχνά το ψάρεμα των βλάχων μπορεί να κάνει ευχάριστη μια ημέρα, με άδικο ψάξιμο για τόνους. ¶λλες φορές, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, μπορεί να μας αποτρέψει απ' τις δυνατότητες να τους συναντήσουμε.
Μπορούν να πιαστούν βλάχοι και με το καμάκι ή με το υποβρύχιο τουφέκι, που το χρησιμοποιούν απ' την επιφάνεια. Αυτοί οι μέθοδοι φυσικά είναι λιγότερο διασκεδαστικοί, από το ψάρεμα με την πετονιά.
Ένα απ' τα πιο ενδιαφέροντα ψάρια για το ψάρεμα με τη συρτή είναι η παλαμίδα. Αυτό το ψάρι, που μπορεί να φτάσει τα δυο κιλά βάρος, προβάλλει μεγάλη αντίσταση στην άμυνα του. Είναι περαστικό είδος και εμφανίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό, στις τοποθεσίες που το φιλοξενούν, συνήθως κοντά στις ακτές το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.
Σε πολλές περιοχές στο δικό μας Αιγαίο, όπου ήταν συχνές, οι παλαμίδες δεν φτάνουν πια εδώ και μερικά χρόνια, ενώ σε άλλες περιοχές συνεχίζουν την περιοδική τους εμφάνιση. Αυτά τα ψάρια προβάλλουν μεγάλη αμυντική δύναμη, πολύ ενδιαφέρουσα σε σχέση με τα ελαφριά εργαλεία που συνήθως χρησιμοποιούνται για το πιάσιμο τους. Παρόμοια με τον τόνο. η παλαμίδα προσπαθεί να κερδίσει το βάθος. Αμύνεται με γρήγορα τινάγματα που μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε. Είναι μια χαρακτηριστική άμυνα της παλαμίδας που την ξεχωρίζει απ' το τοννάκι και τα σκουμπριά. Ψαρεύοντας λίγο στα ανοιχτά, 2-3 μίλια απ1 την ακτή, στις τοποθεσίες όπου είναι γνωστό το πέρασμα τους. μπορούμε να συναντήσουμε πολυάριθμες παλαμίδες σε κοπάδι, πολύ ευχάριστη έκπληξη για τους ψαράδες με συρτή. Αν τα ψάρια είναι «στη μέρα τους» μπορούμε να πιάσουμε δεκάδες.
Πλέοντας στην ίδια απόσταση, είναι δυνατό να συναντήσουμε κοπάδια από τοννάκια ή μαγιάτικα. Αυτά τα ψάρια έχουν την περίοδο του περάσματος τους το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Βρίσκονται σε τρία - τέσσερα μίλια απ' την ακτή, όπου σταθμεύουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια μεγάλη ή μικρότερη περιοχή της θάλασσας, τρώγοντας συνεχώς και κυνηγώντας χωρίς σταμάτημα τις μικρές αντσούγιες, που αποτελούν την συνηθισμένη τους τροφή. Ψαρεύονται με άσπρα φτερά και ακόμα καλύτερα, με πολύ μικρά ασημωμένα περιστρεφόμενα κουτάλια.
Μερικές χρονιές περνούν μεγάλα κοπάδια από μικρούς τόνους κοντά από νησιά, σε κόλπους και σε άλλα μέρη όπου γίνονται αντικείμενο για συνεχή καταδίωξη από πολλούς ψαράδες με ελαφριές βάρκες, που πιάνουν δεκάδες μαζί με σκουμπριά και μερικές παλαμίδες. Αυτά τα ψάρια σταματούν σε τοποθεσίες όπου συνήθως υπάρχουν μεγάλες ποσότητες από μικρά αφρόψαρα και τα οποία εξολοθρεύουν. Το ψάρεμα αυτών των μικρόν τόνων, μπορεί να διαρκέσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, φτάνοντας και τους 2-3 μήνες. Φυσικά αυτό το είδος ψαρέματος γίνεται αποκλειστικά απ' τους επαγγελματίες ψαράδες, που έχουν τα μέσα και τις γνώσεις για ν' αντιμετωπίσουν τόσο μεγάλα κοπάδια.
Το φαινόμενο μπορεί να επαναλαμβάνεται για αρκετά χρόνια, και έτσι οι μικροί τόνοι μπορεί να εμφανίζονται σε μεγάλο αριθμό, προς τα τέλη Σεπτέμβρη με Οκτώβρη, στην ίδια περιοχή κοντά στις ακτές.
Κι άλλα σκομβριδή, το σκουμπρί κι ο κολιός, μπορούν να πιαστούν με τη συρτή του αφρού, πάντα με άσπρα φτερά, που είναι το πιο κοινό ανάμεσα στα δολώματα, με μικρό περιστροφικό κουταλάκι και ακόμα, με μικρό ψαροδόλι. Το φυσικό ψάρι στο συνιστούμε μόνο στην περίπτωση που τα σκουμπριά, οι παλαμίδες ή τα άλλα ψάρια κοπαδιού είναι τόσο πολυάριθμα, ώστε το πλεούμενο δεν πρέπει να διανύει πολύ μεγάλες αποστάσεις με τη συρτή χωρίς αποτέλεσμα, πράγμα που θα χάλαγε το δόλωμα. Οπωσδήποτε όμως. το άσπρο φτερό, από γλάρο αν είναι δυνατό, είναι ακόμα ένα από τα πιο αποτελεσματικά τεχνητά δολώματα γι' αυτό το είδος.
Το μεγαλύτερο μέρος όμως των σκουμπριών, που φαίνονται σε μεγάλες ποσότητες στην αγορά, ψαρεύεται με μεθόδους στα μισά νερά. μεθόδους που οι ψαράδες των νησιών εφαρμόζουν με μαεστρία. Όπως είναι γνωστό πολλοί απ' αυτούς είναι άριστοι ψαράδες με την πετονιά.
Η πετονιά για το σκουμπρί, αποτελείται από ένα βάρος στην άκρη και έναν ορισμένο αριθμό αγκιστριών που έχουν δεθεί μαζί με μπαμπάκι ή με λευκό νάιλον που συνδέεται με ένα κοντό παράμαλλο με τη μάννα της πετονιάς.
Τα αγκίστρια τοποθετούνται με απόσταση 40-50 εκατοστά το ένα απ' το άλλο. Όλο αυτό το σύνολο το αφήνουμε σε ένα βάθος, που βρίσκουμε κατάλληλο από την πείρα και το σηκώνουμε απότομα. Ο ψαράς δεν φροντίζει κάποιο ψάρι να τσιμπήσει, αλλά προτιμά να συνεχίσει αυτή τη δουλειά, μέχρι το μεγαλύτερο μέρος των αγκιστριών να έχουν πιαστεί απ' τα ψάρια.

Η προετοιμασία ενός ψαρέματος για τόνους

Η προετοιμασία ενός ψαρέματος για τόνους μπορεί να μοιάζει σχετικά εύκολη... Όταν όμως πρόκειται να αναμετρηθούμε με μεγάλα ψάρια, πρέπει να προσέξουμε πολύ όλες τις λεπτομέρειες: την προετοιμασία, τον εξοπλισμό, αλλά και το μαλάγρωμα, που σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί τον αποφασιστικότερο παράγοντα...
Σ ε όλες τις τεχνικές ψαρέματος η προετοιμασία είναι πολύ σημαντική, αφού από μόνη της μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα. Στο Big Game, στο οποίο συχνά έχουμε να αντιμετωπίσουμε θηράματα με εντυπωσιακό μέγεθος, η τέλεια προετοιμασία του ψαρέματος είναι συχνά αποφασιστική. Αλλωστε, εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι ψάρια ενός ορισμένου μεγέθους έχουν γνωρίσει στη σχετικά μακρόχρονη ύπαρξη τους πολλές εμπειρίες, αρκετές από τις οποίες υπήρξαν αρνητικές, με αποτέλεσμα να γίνουν αρκετά καχύποπτα. Οι διαστάσεις και η δύναμη αυτών των ψαριών δημιουργούν επίσης σημαντικές δυσκολίες σε πολλά σημεία, και κυρίως σε ότι αφορά τον εξοπλισμό. Είναι ευνόητο λοιπόν ότι η λεπτομερής προετοιμασία όλων των υλικών που θα χρησιμοποιήσουμε είναι εξαιρετικά σημαντική, αρχίζοντας από τα καλάμια και τις αρματωσιές, για να καταλήξουμε σε οτιδήποτε άλλο θα χρειαστούμε ώστε να ψαρέψουμε σωστά, με τρόπο που να μην αφήσουμε τίποτα στην τύχη.
Σε πρόσφατες εξόδους για Big Game μαζί με έμπειρους οπαδούς αυτής της τεχνικής, μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πόσο σημαντικό είναι να προσέχουμε ιδιαίτερα όλες τις ενέργειες που προετοιμάζουν ένα ψάρεμα


τόνου. Ουσιαστικά, αρχίζοντας από την αναζήτηση του ψαρότοπου, η ακολουθία μεθοδικών ενεργειών, που υπολογίζονται με ακρίβεια και εκτελούνται προσεκτικά, μας επέτρεψαν να πιάσουμε έναν πολύ καλό κόκκινο τόνο, ενισχύοντας τη βεβαιότητα ότι σ' αυτό το ψάρεμα, όπως και σε άλλα, τίποτε δεν είναι τυχαίο: συχνά, η μανιώδης φροντίδα και της παραμικρής λεπτομέρειας είναι το πραγματικό μυστικό επιτυχίας αυτής της γοητευτικής τεχνικής.

Τεχνική Με DRIFTING

Με την τεχνική αυτοί μπορούμε να ψαρέψουμε αφήνοντας το σκάφος μας να παρασέρνεται από το ρεύμα ή να αγκυροβολήσουμε, μέθοδος κατά την οποία επιτυγχάνουμε καλύτερα αποτελέσματα υπό συνθήκες(πχ όταν γνωρίζουμε ακριβώς περάσματα των τόνων ή όταν έχει αρκετό αέρα)

Η τέλεια αγκυροβόληση

Η προσεκτική παρατήρηση του βυθόμετρου και των σημαδιών που μάς δείχνουν οι γλάροι, καθώς και η καλή γνώση των βυθών και των περιοχών όπου συχνάζουν οι τόνοι, είναι ασφαλώς σημαντικοί παράγοντες για την επιλογή της θέσης μας. Αν μάλιστα μας το επιτρέπουν οι συνθήκες της θάλασσας, είναι καλύτερα να ψαρεύουμε αγκυροβολημένοι, γιατί κάτι τέτοιο διευκολύνει το μαλάγρωμα και τη δημιουργία ενός καλού ίχνους, με έντονη οσμή μέσα στο νερό, που θα προσελκύσει τα ψάρια προς το μέρος μας. Φυσικά, το ρίξιμο της άγκυρας σε βάθος που συχνά μπορεί να ξεπεράσει και τα 300 μέτρα παρουσιάζει κάποιες μικρές δυσκολίες, που εντείνονται ιδιαίτερα όταν πρέπει να μαζέψουμε την άγκυρα. Με λίγη εμπειρία όμως και κάποια τεχνικά κόλπα θα τα καταφέρουμε χωρίς προβλήματα. Είναι ασφαλώς απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε δύο σημαδούρες: η πρώτη θα είναι μεγάλη, έτσι ώστε να φαίνεται καλά, και πάνω της, με ένα γάντζο ασφαλείας και 20 περίπου μέτρα σχοινί, θα δέσουμε μία άλλη μικρότερη, στην οποία θα αγκυροβολήσουμε το σκάφος, έτσι ώστε να μπορέσουμε να το απελευθερώσουμε γρήγορα αν χρειαστεί (για το πάλεμα).

Το σωστό μαλάγρωμα
Αφού όλα είναι έτοιμα και οι πετονιές έχουν πέσει στο νερό, στα κατάλληλα βάθη, ξεκινάμε το μαλάγρωμα. Γι' αυτήν τη δουλειά δύο τελάρα σαρδέλες είναι μια πολύ καλή ποσότητα.
Επειδή πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ίχνος με μεγάλο μήκος, πρέπει να μαλαγρώνουμε με σταθερό τρόπο, σε κανονικά χρονικά διαστήματα και με μεγάλη ακρίβεια, έτσι ώστε να μη δημιουργούνται κενά κατά μήκος του ίχνους ή σημεία στα οποία να μαζεύεται υπερβολική ποσότητα από σαρδέλες. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να διανέμεται η μαλάγρα σε διαφορετικά βάθη. Για να το πετύχουμε αυτό αρκεί να ρυθμίσουμε με λογικό τρόπο το κόψιμο της σαρδέλας: Ουσιαστικά, ρίχνουμε στο νερό πρώτα μία σαρδέλα κομμένη στα τρία, μετά μία κομμένη στη μέση και, τέλος, μία ολόκληρη. Ένα πολύ αποτελεσματικό κόλπο, αν έχουμε δόλωμα στην επιφάνεια, είναι να διατηρούμε μερικές σαρδέλες κατεψυγμένες. Επειδή επιπλέουν πολύ εύκολα, αν τις χρησιμοποιήσουμε για μαλάγρα εξυπηρετούν τέλεια τον σκοπό μας. Προσοχή στη λεπτομέρεια.

Καλά μέχρι εδώ, αλλά δεν αρκεί.
Στην προετοιμασία του εξοπλισμού δεν πρέπει να παραμελήσουμε τίποτα. Οι μηχανισμοί πρέπει να είναι πάντα καλοσυντηρημένοι, καθαροί και λαδωμένοι, και πρέπει επίσης να ελέγχουμε κάθε τόσο τη λειτουργία τους: αν είναι απαραίτητο, να στέλνονται σε κάποιον ειδικό για έναν ετήσιο έλεγχο άψογοι μηχανισμοί με τέλεια αποτελέσματα σε αυτό το είδος ψαρέματος είναι ο Accurate platinum atd 30. (βλεπε φοτο).
Το ίδιο ισχύει και για τα καλάμια και ιδιαίτερα μάλιστα για τους οδηγούς με τροχαλία οι οποίοι πρέπει να λειτουργούν τέλεια. Προτείνουμε τα Live fibre Texalium (βλεπε φοτο) ή γενικώς ένα καλάμι STAND UP 30 έως 50 lb. Full roller πολύ καλής ποιότητας .



Τέλος , οι πετονιές και, φυσικά, οι αρματωσιές μας, δεν χρειάζεται να πούμε το πόσο σημαντικές είναι σε αυτή την τεχνική. Οι κόμποι, τόσο στο αγκίστρι όσο και στις συνδέσεις, πρέπει να είναι φτιαγμένοι τέλεια και μάλιστα πρέπει σε κάθε ψάρεμα να τους ξαναφτιάχνουμε με μεγάλη προσοχή. Και η επιλογή του αγκιστριού η τεχνητού δολώματος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο: μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πολλά μοντέλα, αλλά πάντα θα προτιμήσουμε γερά, πολύ κοφτερά και ταυτόχρονα ελαφριά αγκίστρια, ώστε να μη βαραίνει πολύ το δόλωμα. Εξαιρετικό αποδεικνύεται το Daiichi όπως και διάφορα αγγίστρια τυπου CIRCLE που με το ιδιαίτερο σχήμα τους καρφώνονταιι από μόνο τους και εξασφαλίζουνι εξαιρετικό κράτημα. Αυτό το είδος αγκιστριού πολλοί το αγαπούν και είναι σίγουρο ότι σε μερικές τεχνικές ψαρέματος, όπως και στο Big Game, είναι αναντικατάστατο. Είναι πολύ σημαντικό και δεοντολογικό να ΜΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΑΝΟΞΕΙΔΩΤΑ ΑΓΚΙΣΤΡΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΦΘΕΙΡΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΝΗΓΟ, ΜΕΝΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ, ΠΡΟΚΑΛΟΝΤΑΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΔΟΞΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Εναλλακτικό μπαλόνι
Συνήθως στο ψάρεμα του τόνου με drifting χρησιμοποιούμε για σινιάλο ένα κοινό μπαλόνι, που φουσκώνουμε και δένουμε κατ' ευθείαν πάνω στη μάνα, τοποθετώντας το σε διάφορες αποστάσεις. Αν το ψάρι τσιμπήσει, παρασέρνεται βίαια κάτω από το νερό και σκάει, οπότε μπορούμε να μαζέψουμε το ψάρι χωρίς μεγάλα εμπόδια. Μία εναλλακτική και αρκετά αποτελεσματική λύση είναι να φτιάξουμε μικρές σημαδούρες που θα τοποθετήσουμε περαστές στην πετονιά μας, από δύο λαιμούς πλαστικών μπουκαλιών, που θα γεμίσουμε με χρωματιστό φελιζόλ και θα τους κολλήσουμε. Στην πράξη, κόβουμε δύο λαιμούς από πλαστικό μπουκάλι και κολλάμε τον έναν μέσα στον άλλον. Κατόπιν, με ατσάλινο σύρμα φτιάχνουμε μια μεγάλη θηλιά με σύστημα ασφάλισης, όπως έχουν οι κοινές παραμάνες, ώστε να τοποθετούμε τη σημαδούρα στην πετονιά, στην οποία θα τη σταθεροποιήσουμε με ένα λαστιχάκι. Σε περίπτωση τσιμπήματος, μπορούμε να μαζέψουμε το ψάρι χωρίς να ανησυχούμε για το σινιάλο μας, που όταν φθάσει σ' εμάς μπορούμε εύκολα να το βγάλουμε. Πρόκειται για μία έξυπνη πρακτική και οικολογική λύση.

Με ΣΥΡΤΗ

Μπορουμε να ψαράψουμε και μικρού σ έως μεσαίου μεγέθους τόνους με βαριά συρτή, διατηρώντας ακόμα και τον ίδιο βαρύ εξοπλισμό , τραβόντας λούρες και διάφορα άλλα τεχνητά δολώματα

Στα τεχνιητά μία πολύ καλή λύση είναι το megabait sea-boz και το Bonita Yo Zuri.

Μετά από τόση δουλειά, συχνά έρχεται και η ανταμοιβή! Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι το πάλεμα και το μάζεμα τόσο μεγάλων ψαριών είναι αρκετά δύσκολο, τόσο σε τεχνικό όσο και σε καθαρά φυσικό επίπεδο. Στην περίπτωση μάλιστα των μεγάλων τόνων, πρέπει να εκτελέσουμε προσεκτικά όλες τις απαραίτητες ενέργειες, χωρίς να παρασυρθούμε από τον ενθουσιασμό, που σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να μας καταβάλει και να μας κάνει να χάσουμε το θήραμα. Είναι απόλυτα απαραίτητο να λύσουμε το σκάφος από την άγκυρα και, αν υπάρξει ανάγκη, να βοηθηθούμε με τους κινητήρες στο μάζεμα, αν και κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτα αθλητικό. Φυσικά, για να μπορέσει να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει ο κυβερνήτης του σκάφους να είναι αρκετά έμπειρος, ώστε να μας εξασφαλίσει ακριβείς και αποτελεσματικούς ελιγμούς. Όταν φθάσει δίπλα στο σκάφος, ο τόνος είναι σχεδόν πάντα εξαντλημένος, οπότε μπορούμε να τον πιάσουμε με τον γάντζο και να τον ανεβάσουμε στο κατάστρωμα, ενέργεια όχι πολύ εύκολη όταν πρόκειται για ψάρι με βάρος γύρω στα 100 κιλά.


Η μεγάλη συρτή του τόννου

Οι διάφορες μέθοδοι χοντρού ψαρέματος κι ιδιαίτερα η μεγάλη συρτή του πελάγους, σκοπό έχουν το πιάσιμο των πιο μεγάλων ψαριών των θαλασσών και των ωκεανών: τα τοννοιδή, τα ψάρια με αιχμηρή μύτη, όπως τα μάρλιν και οι ξιφίες, πολλά είδη μεσαίων και μικρών διαστάσεων, όπως συναγρίδες, γοφάρια, μαγιάτικα, τραχηνότους, κ.λπ, καθώς και τους καρχαρίες.
Αυτά τα ψάρια πιάνονται κύρια με τρεις μεθόδους: σέρνοντας φυσικά ή τεχνητά δολώματα, πάντα σε ανοιχτή θάλασσα, ρίχνοντας φυσικά δολώματα στ' ανοιχτά με βάρκα όχι φουνταρισμένη. παρουσιάζοντας φυσικά δολώματα στα ρεύματα με φουνταρισμένη βάρκα.



Στη χρήση των φυσικών και τεχνητών δολωμάτων εφαρμόζονται αναρίθμητες μέθοδοι, που μπορούν να θεωρηθούν πως προέρχονται απ' τα κλασσικά συστήματα, που σ' αυτό το κεφάλαιο θα εξεταστούν με κάποια συντομία. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά ψάρια που αφορούν τους ερασιτέχνες είναι αναμφίβολα οι τόνοι και τα διάφορα είδη ιστιοφόρων (μάρλιν), καθώς και οι ξιφίες. Οι τόνοι θεωρούνται πως ανήκουν σε δυο κατηγορίες: οι τόνοι κοπαδιού, για τους οποίους υπάρχει ένα συμβατικό όριο των 50 κιλών και οι τόνοι γιγαντιαίων διαστάσεων που ξεπερνούν αυτό το όριο βάρους.

Αλλα είδη τόνων είναι κι αυτό αντικείμενο ψαρέματος στους ωκεανούς, κατά μήκος των ακτών του Ατλαντικού, του Ειρηνικού στη Νότια Αφρική, στην Ακτή Ελεφαντόδοντου, καθώς τέλος και στον Ινδικό Ωκεανό. Ο ιστιοφόρος, εκτός ίσως απ' τον άσπρο, και η αυτοκρατορική ζαργάνα, είναι ψάρια που δεν υπάρχουν στη Μεσόγειο.

Στις θάλασσες όμως της Μεσογείου, υπάρχουν άφθονοι ξιφίες, που πιάνονται δύσκολα με τη συρτή. Τα λίγα δείγματα που έχουν πιαστεί σ' όλες τις θάλασσες τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν πιαστεί με συστήματα ψαρέματος με βάρκα ελεύθερη, με φυσικό δόλωμα, ενώ πολλά ψάρια απ' αυτό το τόσο πολύτιμο είδος πιάνονται κάθε χρόνο με παραγάδια αφρού, ακόμα και στα ανοιχτά των δικών μας θαλασσών.

Στη Μεσόγειο οι ερασιτέχνες του μεγάλου ψαρέματος αφοσιώνονται προπάντων στον κόκκινο τόνο, στο τοννάκι και το όρκινο. Στα ανοιχτά των θαλασσών μας, ιδιαίτερα στις νότιες περιοχές του Αιγαίου, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως στο Κρητικό πέλαγος, μπορούν να πιαστούν προπάντων τόνοι κοπαδιού από πέντε έως σαράντα κιλά, τοννάκια και όρκινα.
Επίσης, στις θάλασσες μας υπάρχουν και τοποθεσίες μεγάλων τόνων, γιγαντιαίων, που μπορούν να γίνουν αντικείμενο και αθλητικού ψαρέματος. Τέτοια μέρη υπάρχουν επίσης και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, σε όχι μεγάλη απόσταση από τις ακτές. Απ' αυτούς τους τόνους πιάνονται αρκετές δεκάδες τεράστιων διαστάσεων, από αθλητές ψαράδες.

Περαστικοί γιγάντιοι κόκκινοι τόνοι έχουν εντοπιστεί και ψαρευτεί σε πολλές θάλασσες μας, κύρια απ' τους επαγγελματίες ψαράδες των νησιών μας. αλλά για την ώρα τουλάχιστο, δεν έχει γίνει αντικείμενο ψαρέματος από αθλητές και ερασιτέχνες, γιατί δεν υπάρχει τέτοιου είδους δραστηριότητα. Πιθανότατα υπάρχουν στις δικές μας ακτές στη Μεσόγειο πολύ ενδιαφέρουσες περιοχές, συγκέντρωσης των κόκκινων γιγαντιαίων τόνων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το αθλητικό ψάρεμα. Αλλά στις θάλασσες μας το μεγάλο αθλητικό ψάρεμα θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ακόμα στα σπάργανα, αν όχι ανύπαρκτο, παρ' ότι υπάρχουν άτομα που ενδιαφέρονται τελευταία γι αυτό το σπορ.

Στη θάλασσα μας πιάνονται επίσης σε μεγάλο αριθμό κυνηγοί και γοφάρια που είναι ακόμα πιο πολυάριθμα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, στις Αιγυπτιακές ακτές, στην Κύπρο καθώς και στις Λυβικές ακτές. Κυνηγοί, γοφάρια, μέχρι και τεράστιοι ροφοί, ψαρεύονται με συρτή αφρού στα ανοιχτά των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού, όπου αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα η δραστηριότητα του μεγάλου αθλητικού ψαρέματος επειδή σ' αυτές οι περιοχές είναι σχετικά εύκολο να πάει κανείς, και χωρίς υπερβολικά έξοδα, με το αεροπλάνο ή άλλα μέσα. Και οι καρχαρίες μπορούν να πιαστούν με τη συρτή, ιδιαίτερα στις ζεστές θάλασσες όπου υπάρχουν άφθονοι. Στις χλιαρές και κρύες θάλασσες μπορούν να πιαστούν καρχαρίες με διάφορα συστήματα πετονιάς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά με τη βάρκα ελεύθερη στα κύματα.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι καρχαρίες δεν θεωρούντο αξιοπρόσεχτα ψάρια, για ό,τι αφορά την επίσημη αθλητική αξιολόγηση στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, εκτός απ' τον μακό, τις αλεπούδες και τους γαλάζιους καρχαρίες. Τώρα αυτή η ακαμψία στην κρίση έχει μειωθεί γιατί αληθεύει μεν πως οι καρχαρίες, εκτός απ' τα είδη που αναφέραμε, δεν προβάλλουν μεγάλη αντίσταση στις πρώτες φάσεις της πάλης, αλλά παρο όλα αυτά γίνονται ιδιαίτερα μαχητικοί όταν φτάσουν κοντά στη βάρκα και χρειαστεί να τους βγάλουμε έξω. πράγμα που πολλές φορές γίνεται και επικίνδυνο. Στις διάφορες ειδικεύσεις και ειδικότητες του ψαρέματος στο πέλαγος χρησιμοποιούν φυσικά κι ιδιαίτερα εργαλεία, υλικά που έχουν ισχύ και αντοχή ανάλογη με τη σημασία, τη δύναμη και τις δυνατότητες αντίστασης των θηραμάτων.

Μπορούμε ν' αρχίσουμε με τα καλάμια.
Τα καλάμια για τη μεγάλη συρτή, ή για τις μεθόδους αναμονής, είναι διαφορετικής ισχύος, σε σχέση με το είδος ψαριών για τα οποία γίνεται το ψάρεμα. Συνήθως είναι σχετικά κοντά, από δύο μέχρι δυόμισι μέτρα, κατασκευασμένα από διάφορα υλικό: μπαμπού με διατομή (ρεφαντύ), ξύλο (χίκορυ), γεμάτο φίμπεργκλας, σωληνοειδείς ίνες γιαλιού. Αυτόλικό, στις διάφορες συνθέσεις του, είναι οπωσδήποτε το πιο χρησιμοποιημένο για αυτά τα εργαλεία. Το μικρό βάρος του και η εξαιρετική αντοχή του, που μπορεί να αυξηθεί ακόμη με διάφορες επιδιορθώσεις και ποικίλες μεθόδους , που κάνουν να προτιμούνται τα καλάμια που είναι κατασκευασμένα μ' αυτό το υλικό, από οποιαδήποτε άλλα.


Τα καλύτερα καλάμια είναι φυσικά αυτά που αποτελούνται από ένα μόνο κομμάτι, στα οποία η λαβή έχει στερεωθεί στον κορμό ο οποίος δεν σπάει. Είναι φανερό πως αυτά τα εργαλεία είναι λίγο άβολα, εκτός αν μπορούμε πάντα να τα έχουμε κάπου στο λιμάνι ή στην ίδια τη βάρκα, χωρίς να χρειάζεται να τα μετακινούμε συχνά. Το ελάττωμα της δυσκολίας μεταφοράς, κάνει λοιπόν να προτιμούν τα καλάμια σε δυο κομμάτια και τα οποία είναι πιο διαδομένα. Ένα καλάμι με δυο κομμάτια αποτελείται από τον κορμό και τη λαβή. Η τελευταία είναι σχετικά μεγάλη και έχει κατασκευαστεί από ξύλο, από φελλό ή από πλαστικές ύλες, ή ακόμα μπορεί να αποτελείται απ'όλα αυτά τα υλικά μαζί.
Φυσικά η καλύτερη βάση για καλάμι είναι κατασκευασμένη από σκληρό ξύλο, ενώ το εξωτερικό μέρος δηλ. η λαβή, από φελλό, λάστιχο ή άλλο υλικό. Η λαβή του καλαμιού έχει μια γερή βάση για μηχανάκι, με μεταλλικούς κρίκους και δακτυλίους ασφαλείας με βίδες.
Τα ολισθητικά δαχτυλίδια που έχουν, τα καλάμια ψαρέματος της μεγάλης συρτής, μεγάλη σημασία. Στα πιο ελαφρά μοντέλα, που αφορούν το ψάρεμα για τονόκια, όρκινα, καρβούνια και γοφάρια, μέχρι την ισχύ των 30-40 λιμπρών, έχουν εφαρμοστεί συνήθως δαχτυλίδια υπερυψωμένα με κανονική μορφή, εκτός από κείνο της κορυφής που έχει αντικατασταθεί με μια ελαφριά, μικρή τροχαλία. Τα καλάμια μέσης και φυσικά μεγάλης ισχύος, από 80 έως 120 λίμπρες και παραπάνω, έχουν «δαχτυλίδια» που αποτελούνται από διπλές μίνι - τροχαλίες κι από μια γερή τροχαλία στη κορυφή. Αυτά τα ειδικά εργαλεία επιτρέπουν το γρήγορο γλύστρημα της πετονιάς χωρίς να κινδυνεύει να καταστραφεί απ' την τριβή. Η θέση των ολισθητικών δαχτυλιδιών, σ' όλα τα καλάμια συρτής, έχει προβλεφτεί με τρόπο ώστε η πετονιά να πιέζει προς τη βάση των ίδιων των δαχτυλιδιών. Συνεπώς αυτά κλίνουν προς τα πάνω. Αν θα εργάζονταν γυρισμένα προς τα κάτω, όπως σε ένα κοινό καλάμι εξακοντισμού, το πιθανότερο θα ήταν, με την προσπάθεια να κρατηθεί το ψάρι αγκιστρωμένο, να εμποδιστεί η φυγή του και νά βγει έξω, καθώς και με τις εξαιρετικά ισχυρές αντιδράσεις του να προκληθεί το ξεκόλλημα των ίδιων των δαχτυλιδιών απ" τον κορμό.

Αλλο εργαλείο μεγάλης σημασίας στο ψάρεμα της μεγάλης συρτής είναι η κουβαρίστρα.
Οι μεγάλες κουβαρίστρες με σταθερό συλλέκτη μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο στο ψάρεμα των τόνων, των όρκινων, των (κυνηγών) και σ' αυτή την περίπτωση με ελαφρά καλάμια, μπορούν να θεωρηθούν προτιμότερες. Για το ψάρεμα των τοννιδών και των ψαριών με λόγχη ή για οποιοδήποτε άλλο ψάρι που ξεπερνά τα δέκα κιλά βάρος, είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση κουβαρίστρας με περιστρεφόμενο συλλέκτη.
Τα γνωστά εργοστάσια, κουβαριστρών για θάλασσα, κατασκευάζουν κουβαρίστρες σε διάφορες χωρητικότητες και ισχύ που είναι σημειωμένα και αναγνωρίζονται με συμβολικούς αριθμούς (λόχου χάρη 8/10 - 10/0 - 12/0 - 14/0). Για το ψάρεμα των τόνων κοπαδιού και των όρκινων είναι παραπάνω από αρκετή μια κουβαρίστρα δ/10, αλλά στο ψάρεμα των γιγάντων της θάλασσας είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση των βαρύτατων και ισχυρότατων 14/0, που μπορούν να περιέχουν αρκετές εκατοντάδες μέτρα πετονιάς.
Οι κουβαρίστρες στερεώνονται στη λαβή του καλαμιού με μεταλλικούς κρίκους και δαχτυλίδια με βίδες, που τις κάνουν να γίνονται αδιαχώριστες απ' το καλάμι. Τα πιο βαριά και μεγάλα μοντέλα (από το 10/0 έως το 14/0) είναι εφοδιασμένα με ειδικούς ελκυστήρες (τιράντες) που ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη στερεότητα τους πάνω στη λαβή του καλαμιού.
Φυσικά και οι πετονιάς, που χρησιμοποιούνται σε ένα τόσο σοβαρό είδος ψαρέματος, πρέπει να έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και αντοχής και άλλου είδους. Οι πετονιάς για τη συρτή και, σίγουρα, για όλες τις μεθόδους μεγάλου ψαρέματος, αποτελούνται από νάϋλον ή άλλο συνθετικό υλικό, από πλεχτό συνθετικά υλικά (φυτακρόν κ.λπ), από ατσάλινο νήμα (μόνελ κ.λπ) ή από πλεχτό λινό. Αυτό το τελευταίο υλικό είναι συνήθως παραγνωρισμένο από τους μοντέρνους ψαράδες του πελάγους, εκτός απ' το ψάρεμα με το χέρι για τα τοννάκια και τα όρκινα, και οπωσδήποτε δεν περιλαμβάνεται στις αθλητικές τεχνικές.
Για τους τόννους κοπαδιού και τα όρκινα προτιμάται συνήθως το νήμα από νάϋλον, με διάμετρο ανάμεσα στα 80 και 120 εκατοστά. Για το ψάρεμα των μεγάλων ψαριών όμως, όπως γιγαντιαίων τόννων, μάρλιν κ.λπ, προτιμούν το ντακρόν ή άλλο συνθετικό «πλεχτό», για τους λόγους που θα περιγράψω με συντομία.
Το απλό νήμα από νάϋλον στη μέγιστη διάμετρο των 120 εκατοστών παρουσιάζει το προτέρημα να είναι σχεδόν τελείως αόρατο, ιδιαίτερα αν είναι άσπρου χρώματος. Δεν προσβάλλεται από την αλμύρα, είναι πολύ εύκολης χρήσης και σε πολύ καλή τιμή. Παρουσιάζει όμως το ελάττωμα της ελαστικότητας που, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι μοιραίος παράγοντος για την πάλη, ενάντια σε ένα μεγάλο ψάρι που έχει αγκιστρωθεί.
Τα συνθετικά «πλεχτά», όπως το ντακρόν, υπάρχουν σε μικρότερες διαμέτρους, πολύ πιο ανθεκτικά από το νάϋλον και ελάχιστα ελαστικό και γι' αυτό το αγκίστρωμα του ψαριού που τσιμπά είναι πιο σίγουρο. Αυτές οι ορμιές δεν είναι όμως το ίδιο αόρατες όπως το νάϋλον, ελάττωμα που ξεπερνιέται εύκολα όμως, αν χρησιμοποιούνται παράμαλα από ατσάλι στο αγκίστρι ή το οποιοδήποτε υλικό.
Οι ορμιές από νήμα ατσάλινο (μονέλ), χρησιμοποιούνται απ' τους Αμερικάνους και Αυστραλούς ψαράδες, προπάντων για την δυνατότητα να σέρνουν ένα δόλωμα σε κάποιο βάθος κι όχι μόνο στην επιφάνεια. Συχνά το πλεούμενο σέρνει μια πετονιά από νήμα ατσάλινο, με δόλωμα βυθισμένο και μια πετονιά από ντακρόν με ένα δόλωμα στην επιφάνεια. Αυτή η μέθοδος αποσκοπεί στο να προσελκύσει την προσοχή του ψαριού που έχει μια μικρή τάση ν' ανέβει στην επιφάνεια, όπως συμβαίνει συχνά, ιδιαίτερα με τους γιγαντιαίους τόννους.
Στα ανοιχτά των δικών μας θαλασσών, όπου μπορούν να ψαρευτούν προπάντων τόννοι κοπαδιού και όρκινα, το απλό νήμα από νάυλον είναι σίγουρα το πιο κατάλληλο. Αυτό το υλικό, χρησιμοποιείται επίσης κι απ' τους Ιταλούς ψαράδες, καθώς και τους Γάλλους ψαράδες για την αργή συρτή, για τον γιγαντιαίο τόννο, λόγου χάρη στις εκβολές του Ροδανού, επειδή πολύ σωστό θεωρούν πως ένα νήμα από ντακρόν θα ήταν ορατό στο ψάρι κι ένα παράμαλο από ατσάλι ή μια ορμιά από αυτό το υλικό, θα έκανε το δόλωμα να προχωρά με τρόπο όχι τόσο φυσικό και κυματιστό.
Πρέπει όμως να πάρουμε υπόψη πως στην περιοχή που ανάφερα, ο βυθός δεν περνά σχεδόν ποτέ τα εκατό μέτρα, και γι' αυτό η πάλη με το ψάρι, που κατά μεγάλο μέρος γίνεται απ' τον οδηγό του πλεούμενου (Σκίππερ), είναι σχετικά λιγότερο δύσκολη και βαριά, απ' ό,τι θα ήταν σε πιο βαθύ βυθό.
Για τα παράμαλα της ορμιάς από ατσάλι, οι γνώμες των ειδικών του μεγάλου ψαρέματος διχάζονται, αν και οι περισσότεροι απ' αυτούς την υιοθετούν.
Ένα παράμαλο από ατσάλι είναι σίγουρα απαραίτητο, όταν ψαρεύουμε ψάρια που έχουν λόγχη ή μεγάλους τόννους. Το τρίψιμο της πετονιάς με το ράμφος, το στόμα με τα δόντια ή τα πτερύγια του ψαριού που έχει αγκιστρωθεί, μπορεί να καθορίσουν την φθορά και το κόψιμο οποιουδήποτε άλλου υλικού. Αυτό είναι ακόμα πιο αληθινό όταν ψαρεύουμε με την αργή συρτή με φυσικά δολώματα που καταπίνει το ψάρι, ή στο ψάρεμα με τη βάρκα ελεύθερη, δηλαδή στην περίπτωση που πρέπει να αφήσουμε το δόλωμα για να επιτρέψουμε στο ψάρι να το καταπιεί, όπως χρειάζεται και για τα μικρά ψάρια με λόγχη που συνήθως τσιμπούν το δόλωμα με το ράμφος και το καταπίνουν στη συνέχεια.
Ψαρεύοντας τόννους κοπαδιού ή όρκινα το παράμαλο από ατσάλι δεν είναι αναγκαίο. Αυτά τα ψάρια πιάνονται, τις περισσότερες φορές, με τεχνητά δολώματα, που σέρνονται με ταχύτητα. Το ψάρι δεν καταπίνει ποτέ το δόλωμα, αλλά αγκιστρώνεται στο στόμα. Επίσης, η πάλη με το θήραμα είναι συνήθως μικρής διάρκειας και η αντοχή του απλού νήματος από νάυλον, λόγου χάρη εκατό εκατοστών, είναι πράγματι αρκετή για να νικήσει την αντίσταση ενός μικρού τόννου των 10-15 κιλών ή ενός όρκινου και να αντέξει στην πάλη με έναν τόννο των 30-40 κιλών.
Η χρήση των παράμαλων από ατσάλι, που εξάλλου είναι αναπόφευκτη στις περιπτώσεις που ανάφερα, παρουσιάζει μερικά ελαττώματα. Η χρήση στριφταριών και ελατηρίων, καθορίζει την δημιουργία ίχνους, που μπορεί να αποσπάσει τα ψάρια απ' το δόλωμα. Η ακαμψία του νήματος, όσο κι αν είναι σχετική, μπορεί να κάνει το δόλωμα να προχωρά με αφύσικο τρόπο. Τα παράμαλα από ατσάλι, συνεπώς χρησιμοποιούνται μόνο όταν είναι απαραίτητα.
Στο μεγάλο ψάρεμα του πελάγους χρησιμοποιούνται αγκίστρια που φυσικά έχουν σχέση με το μέγεθος των θηραμάτων. Αγκίστρια από ατσάλι σημαντικών διαστάσεων, απλά ή διπλά αγκίστρια, απλά αγκίστρια δεμένα ανά δύο, κ.ο.κ., ανάλογα με ποικίλες και πολυάριθμες μεθόδους που επιβάλει η προσωπική εμπειρία.
Τα αγκίστρια μετριώνται και αναγνωρίζονται με αντίστροφη αρίθμηση, που για ότι αφορά το μεγάλο μεγάλο ψάρεμα, αρχίζει από ένα ελάχιστο, το ν.8, μέχρι ένα μέσο, το 10 και μέχρι ένα μέγιστο, το 20/0.
Συνήθως στο ψάρεμα του γιγαντιαίου τόννου, χρησιμοποιούνται τα αγκίστρια από 10/0 έως 14/0, ενώ για τον τόννο κοπαδιού και το όρκινο χρησιμοποιούνται αγκίστρια απ' το 5 έως το 7.
Τα αγκίστρια που χρησιμοποιούνται περισσότερο είναι τα απλά, από τα οποία υπάρχουν μοντέλα διαφορετικά σε μορφή, επειδή με τις διαφορετικές μορφές τείνουν να έχουν μεγαλύτερη αντοχή. Στο ψάρεμα των τόννων κοπαδιού και των όρκινων συχνά χρησιμοποιούνται διπλά αγκίστρια τα οποία, αν και διευκολύνουν το αγκίστρωμα. Απ’ την άλλη παρουσιάζουν πολυάριθμα ελαττώματα, όπως δυσκολίες στο ξαγκίστρωμα των ψαριών, μικρότερη αντοχή στο τράβηγμα, επειδή ένα διπλό αγκίστρι αφήνει λίγες πιθανότητες σ' ένα μικρό τοννιδές να ελευθερωθεί, παλεύοντας με την πετονιά. Για το ψάρεμα των ψαριών μέσου και μεγάλου μεγέθους ένα διπλό αγκίστρι πρέπει όμως να αποφεύγεται τελείως, επειδή ένα απλό αγκίστρι εισχωρεί βαθύτερα στο στόμα του ψαριού και δεν μπορεί να βγει στη διάρκεια της πάλης, ακόμα κι αν έχει σφηνωθεί στα πλάγια του στόματος.
Όλα τα αγκίστρια που χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα του πελάγους, ή τουλάχιστο το μεγαλύτερο μέρος, είναι με μάτι, και αυτό για να ενώνονται εύκολα με την πετονιά ή με το ατσάλινο παράμαλο. Έχουν ένα δόντι για να μην βγαίνουν, που είναι σχετικά κοντό και προεξέχει. Οι επαγγελματίες ψαράδες χρησιμοποιούν, στο ψάρεμα του τόννου κοπαδιού και του όρκινου, απλά αγκίστρια χωρίς αυτό το «δόντι», όπως συνήθως το ονομάζουν, για να μπορούν να ξαγκιστρώσουν εύκολα το ψάρι, και να ρίχνουν πάλι αμέσως στη θάλασσα το δόλωμα, εφαρμόζοντας ένα είδος ψαρέματος που έχει σα στόχο το εντατικό εντοπισμό σχετικά μικρών ψαριών.
Τα απλά αγκίστρια μπορούν να έχουν την αιχμή ευθεία ή με κλίση, σε σχέση με το επίπεδο της καμπύλης. Την κεκλιμένη αιχμή μπορούμε να την προτιμάμε στο ψάρεμα με τη βάρκα ελεύθερη αλλά, απ' ότι λένε οι ειδικοί, πρέπει να αποφεύγεται τελείως στο ψάρεμα της συρτής. Χρησιμοποιώντας φυσικά δολώματα, τα απλά αγκίστρια μπορούν να δεθούν ανά δύο ή σε σειρά τριών με διάφορους τρόπους, και να δολώνονται με διάφορους τρόπους πάλι.
Όσο για τα δολώματα δεν έχουμε πολλά να πούμε. Βασικά διακρίνονται σε φυσικά και τεχνητά- Αυτά τα τελευταία αποτελούνται από κυματιστά κουτάλια, διαφόρων υλικών και μεγέθους, εφοδιασμένα με σταθερά αγκίστρια ή ελεύθερα, από φούντες πούπουλων ή άλλων υλικών η από τεχνητά ψάρια, πλαστική ύλη ή ξύλο, αρθρωτά ή όχι, που αποσκοπούν ανάλογα με τη μορφή τους, να δουλέψουν στην επιφάνεια ή σε βάθος.
Όλα αυτά τα τεχνητά δολώματα είναι λιγότερο ή περισσότερο αποτελεσματικά στη γρήγορη συρτή για τους τόννους κοπαδιού, τα γοφάρια, τους λαγούς, κ.λπ. Τα μεγάλα κυματιστά επασημωμένα κουτάλια (τσέπας) των Βάσκων ή οι φούντες από τριχίδια του αραποσιτιού χρησιμοποιούνται με επιτυχία και στο ψάρεμα των γιγαντιαίων τόννων σε πολλές περιοχές της Μεσογείου. Αυτά τα δολώματα χρειάζονται όμως μια ιδιαίτερη τεχνική, ή μάλλον ειδικές τεχνικές. Το κυματιστό κουτάλι, λόγου χάρη, τραβιέται κι αμολιέται με το πλεούμενο σχεδόν ακίνητο. Όταν συναντούμε τους τόννους σε κοπάδι και φαίνονται ερεθισμένοι από το μαλάγρωμα. με ζωντανό ή ψόφιο ψάρι. Οι φούντες με τα φύλλα αραποσιτιού, οι «μαλούτες» των Βάσκων, οπλίζονται με πολύ μικρά αγκίστρια, που σέρνονται στην επιφάνεια με πολύ λεπτές ορμιές, για να ξεγελάσουν τα μεγάλα ψάρια που δεν θα τσίμπαγαν τίποτε άλλο παρά φυσικά δολώματα και με την προϋπόθεση, πως θα τους παρουσιάζονταν με τρόπο απόλυτα τέλειο.
Τα πιο διαδομένα τεχνητά δολώματα και οπωσδήποτε τα πιο αποτελεσματικό για το ψάρεμα του τόννου κοπαδιού και του όρκινου με γρήγορη συρτή, είναι οι φούντες από πούπουλα ή «μύγες». Αυτές αποτελούνται από σχετικά χοντρές φούντες από πούπουλα γλάρου ή κοτόπουλου ή εξωτικών πουλιών. Όλα τα πούπουλα μπορούν να χρησιμεύσουν για την κατασκευή ενός δολώματος τέτοιου είδους. Αρκεί όμως να είναι των κατάλληλων διαστάσεων και προπάντων, να είναι εξαιρετικά μαλακά. Αντί για τα πούπουλα χρησιμοποιούν και φούντες από νάϋλον, που φυσικά είναι πολύ λεπτό και μαλακό.
Οι φούντες από πούπουλα ή από νάϋλον μπορούν να έχουν ή να μην έχουν βαρίδια στην κορυφή, ανάλογα με το αν προορίζονται να πηδούν στην επιφάνεια, ή να λειτουργούν κάτω από την επιφάνεια του νερού. Οι γνώμες των ψαράδων του πελάγους, για ό,τι αφορά τα μολύβια των πούπουλων είναι διαφορετικές, σε σχέση με την προσωπική εμπειρία του καθένα και σχεδόν πάντα βασίζονται σε τυχερές περιπτώσεις και επεισόδια. Οι φούντες από πούπουλα ή νάϋλον έχουν διάφορα χρώματα. Για ότι αφορά τα χρώματα θα πούμε λίγα πράγματα αλλά βασικά. Το χρώμα που χρησιμοποιείται πιο πολύ, είναι το άσπρο. Αρκετά διαδομένα είναι και οι εξής συνδυασμοί: άσπρο και κίτρινο, άσπρο και κόκκινο, άσπρο και γαλάζιο, κίτρινο και κόκκινο. Μερικές φορές χρησιμοποιούνται πούπουλα μόνο κίτρινα ή μόνο κόκκινα.
Είμαι πεισμένος πως το άσπρο και ο συνδυασμός άσπρου και κίτρινου είναι αποτελεσματικός με μικρό φωτισμό, την αυγή ή τη δύση με συννεφιασμένο ουρανό. Οι συνδυασμοί του κίτρινου με το κόκκινο και του άσπρου με το κόκκινο και βέβαια, η παρουσία του κόκκινου σε μια φούντα με διάφορα χρώματα, είναι προτιμότερο σε περιπτώσεις μεγάλου φωτισμού δηλ. στις μέσες ώρες της ημέρας, με δυνατό ήλιο κ.λπ.
Το ίδιο ισχύει και για τα πλαστικά δολώματα, τοτάνες και φούντες από πλαστικό, τα οποία κατασκευάζουν οι Ιάπωνες.
Αυτά τα δολώματα πουλιούνται σε πακέτα με σειρές και είναι φτιαγμένα έτσι που στο εσωτερικό τους να μπορεί να μπει ένα μικρό βαρίδι· (10-40 γραμμάρια), δηλαδή μια τρυπητή μολυβήθρα. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό τα δολώματα από πλαστικό αποδείχνονται πιο αποτελεσματικά από τις φούντες με πούπουλα.
Αποτελεσματικοί είναι για τους τόννους σε κοπάδι, οι συνδυασμοί δολωμάτων από πλαστικό με φούντες από πούπουλα και σ' αυτή την περίπτωση η φούντα τοποθετείται στην κεφαλή του τοτάνα από πλαστικό. Λίγο αποτελεσματικά, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι τα ψεύτικα ψαράκια από πλαστικό, μερικά από τα οποία μιμούνται στην εντέλεια το φυσικό ψάρι, μέχρι και στην ελαστικότητα. Είναι δηλαδή τέλειες απομιμήσεις. Ανάμεσα στα πλαστικά ψαράκια, κατά τη γνώμη μου πρέπει να προτιμάμε τα πολύ ωχρά, όχι πολύ μεγάλα, και τα πολύ μαλακά. Με ιδιαίτερο τρόπο μπορούμε να τα αρματώσουμε με μικρά μολύβια ώστε να μπορούν να επιπλέουν και να μην στριφογυρίζουν, χάνοντας τότε κάθε ιδιότητα προσέλκυσης. Ένα δόλωμα που σέρνεται μπορεί να έχει κυματιστή κίνηση ακανόνιστη, αλλά δεν πρέπει ποτέ να στριφογυρίζει.
Τα αρθρωτά ψάρια από ξύλο χρησιμοποιούνται πλατιά από τους Αμερικάνους στην συρτή, για το ψάρεμα πολλών αρπακτικών ειδών με μεσαίο μέγεθος, που κατοικούν στις ακτές τους. Στη Μεσόγειο είναι λίγοι αυτοί που τα χρησιμοποιούν, επειδή το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτά είναι ακατάλληλα να κρατήσουν ψάρια, που όπως ο τόννος κοπαδιού, δεν είναι μεν πολύ μεγάλα και δυνατά, είναι όμως πολύ μαχητικά.
Μεγάλη επιτυχία έχει αντίθετα, το «Κνακχαίνζ» απ' τη Χαβάη, που ουσιαστικά είναι μια φούντα από πλαστικό με λεπτές μαλακές μικρές λάμπες από μέταλλο και ένα σκέπασμα μεταλλικό ή από βαρύ πλαστικό, καθώς και ένα άλλο σκέπασμα, ξεχωριστό, που συνδέεται με το πρώτο, δημιουργώντας έτσι ένα αρθρωτό δόλωμα.
Μου φαίνεται χρήσιμο να πούμε μερικά πράγματα, για τα τεχνητά δολώματα γενικά. Συχνά μου συνέβη να πιστοποιήσω πως οι τόννοι κοπαδιού και τα όρκινα, προτιμούν σαφώς ένα ορισμένο δόλωμα ή ένα συγκεκριμένο χρώμα. Αλλάζοντας θέση στα καλάμια της συρτής, και μαζί κατεύθυνση, η προτίμηση των ψαριών για ένα συγκεκριμένο δόλωμα επιβεβαιωνόταν συνεχώς. Με το πέρασμα των ημερών οι προτιμήσεις των ψαριών, στην ίδια περιοχή και με τις ίδιες φαινομενικά συνθήκες της θάλασσας και του φωτισμού, άλλαζαν τελείως. Το πηδηχτό δόλωμα της Χαβάης, που το προτιμούσαν από τα άλλα δολώματα, το αμελούσαν τελείως. Τα ψάρια προτιμούσαν τους μικρούς και πλαστικούς τοτάνες και στη συνέχεια η γενική τους προτίμηση, πέρναγε αποκλειστικά στα πούπουλα ή και αντίστροφα.
Το ίδιο θα μπορούσα να πω για τα χρώματα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στη βασική «θεωρία» των υγρών χρωμάτων με μικρό φωτισμό και των ζωντανών συνδυασμών με τον μεγάλο φωτισμό. Οι αιτίες αυτής της αλλαγής των ψαριών, πράγμα γνωστό στους ψαράδες του πελάγους, είναι άγνωστες. το σκουμπρί είναι σίγουρα το πιο διαδομένο ψάρι - δόλωμα για το πιάσιμο των τόννων κοπαδιού, των γιγαντιαίων τόννων και των ψαριών με λόγχη. Αυτό οφείλεται στην υφή του, που μας επιτρέπει να το ρυμουλκούμε με μικρή ταχύτητα, ακόμα και για ώρες. Αρκετά ανθεκτικός είναι και ο κέφαλος που σε ορισμένες περιοχές, ιδιαίτερα όπου τα νερά δεν είναι τόσο καθαρά, προτιμάται απ' το σκουμπρί. Οι σαρδέλλες ή οι αντζούγιες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά με σχεδόν ακίνητο πλεούμενο, ιδιαίτερα στη συρτή με το χέρι, με τη βοήθεια μαλάγρας που αποτελείται από άλλα ψάρια ολόκληρα ή σε κομμάτια.
Οι τοτάνες είναι ανάμεσα στα φυσικά δολώματα, τα πιο ανθεκτικά στη συρτή. Στη Νέα Σκωτία και γενικά κατά μήκος των αμερικάνικων ακτών, χρησιμοποιούνται αρκετά για το ψάρεμα των γιγαντιαίων τόννων και προπάντων, των ξιφιών που, ως γνωστό, τους τρώνε με λαιμαργία.
Η αποτελεσματικότητα των φυσικών δολωμάτων εξασφαλίζεται προπάντων από τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται αυτά με το αγκίστρι. Υπάρχουν Αμερικάνοι ψαράδες φημισμένοι για την επιδεξιότητα τους να δολώσουν ένα ψάρι με τρόπο ώστε, όταν σέρνεται, να φαίνεται να προχωρά με απόλυτη φυσικότητα. Γι' αυτό το σκοπό χρησιμοποιούν ιδιαίτερες μεθόδους για να εξαλείψουν την ακαμψία του ψαριού, σπάζοντας ή αφαιρώντας την σπονδυλική του στήλη. Το ψάρι συνεπώς γίνεται πολύ μαλακό και ακόμα και με το αγκίστρι μεγάλων διαστάσεων, μέσα στο σώμα του, προχωρά με την αναγκαία φυσικότητα .Οι μέθοδοι για να μπαίνει το αγκίστρι στο σώμα του ψαριού είναι πολυάριθμες και διαφορετικές, όλες δύσκολες. Χρησιμοποιούν αγκίστρια δεμένα σε αρθρωτό ατσάλινο σύρμα, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη ελαστικότητα του δολώματος. Τα αγκίστρια μπαίνουν μερικές φορές με τρόπο, ώστε να μην φαίνονται. Το στόμα του ψαριού συχνά ράβεται με λινό ή χάλκινο νήμα με το ατσάλινο σύρμα, ώστε το ψάρι να μην γλυστρά με το τράβηγμα. Εννοείται πως ένα φυσικό δόλωμα, όσο καλά κι αν είναι αγκιστρωμένο, δεν μπορεί να αντέξει πολύ στην πίεση του νερού. Γι' αυτό το λόγο εφαρμόζουν μεθόδους προσέλκυσης των ψαριών με τεχνητά δολώματα, χωρίς αγκίστρια, τα οποία τραβούν γρήγορα μόλις το θήραμα μπει στην πορεία της βάρκας. Τότε ρίχνουν στη θάλασσα το φυσικό δόλωμα. Στην Ιταλία, στις εκβολές του Ροδανού, ψαρεύουν γιγαντιαίους τόννους με σκουμπριά και κέφαλους που ρυμουλκούνται με μέγιστη ταχύτητα, δύο κόμβων. Τα δολώματα συχνά τα αντικαθιστούν, όταν παρατηρούν πως δεν προχωρούν με τον καλύτερο τρόπο.
Σε πολλά μέρη, αλλά προπάντων στη Νέα Σκωτία, καθώς και στις εκβολές του Ροδανού, τον τελευταίο καιρό συνηθίζουν να σέρνουν πολλά δολώματα, που είναι αποτελεσματικά για τους μεγάλους τόννους. Αυτή η μέθοδος είναι σίγουρα Ιαπωνικής εφεύρεσης, αλλά οι επιδεξιότατοι Ιάπωνες ψαράδες, την εφαρμόζουν χρησιμοποιώντας και τεχνητά δολώματα και καταφέρνουν μ' αυτό τον τρόπο, να πιάσουν ακόμα και γιγαντιαίους τόννους, που ως γνωστό είναι δύσπιστοι στα τεχνητά δολώματα.
Η μέθοδος των πολλαπλών δολωμάτων, οφείλεται στο παράμαλο από ατσάλι όπου εφαρμόζονται, με μικρά κομμάτια βαμβακερού νήματος, τρία ή τέσσερα σκουμπριά που δένονταν απλά μ' αυτό το νήμα απ' το στόμα. Το άλλο άκρο του νήματος δένεται στο μεταλλικό παράμαλο, με έναν ειδικό κόμπο για να μη γλυστρά . Το παράμαλο παρουσιάζεται συνεπώς αρματωμένο με 3-4 –5 κουμπριά σε απόσταση 30-40 εκατοστά το ένα απ' το άλλο, ενώ το τελευταίο είναι με αγκίστρι όπως συνήθως. Το μικρό αυτό κοπάδι από σκουμπριά σέρνεται αργά. Συνήθως ο τόννος επιτίθεται, ένας κάθε φορά στα σκουμπριά, που πηγαίνουν πρώτα και είναι χωρίς αγκίστρι. Τέλος, αφού εγκαταλείψουν κάθε προφύλαξη, ρίχνεται κάποιος με αρπαχτικότητα και στο σκουμπρί με το αγκίστρι.
Ο κέφαλος αντίθετα, χρησιμοποιείται συνήθως σαν μοναδικό δόλωμα, αφού του αφαιρεθεί η σπονδυλική στήλη, με διάφορες μεθόδους και πιθανόν αφού του προσθέσουν ένα μικρό μολύβι στο κεφάλι.
Κι οι τοτάνες χρησιμοποιούνται μόνοι τους, αν και τελευταία η μέθοδος των πολλαπλών δολωμάτων με τη χρήση τους, αποδείχτηκε αποτελεσματική.
Μια κατηγορία δολωμάτων που μπορούν να θεωρηθούν φυσικά, αποτελείται από τα λεγόμενα δολώματα σε φέτες. Αυτά είναι μέρη ψαριών (που μπορούμε να ονομάσουμε φέτες) που παίρνονται κύρια απ' τα σκομβριδή. Περιλαμβάνουν μια λωρίδα του πλευρού ή της ράχης που έχει επιδέξια κοπεί σε επιμήκη μορφή. Από ένα σκοβριδές (σκουμπρί, παλαμίδα κ.λπ) βγαίνουν συνήθως δυο δολώματα, χρησιμοποιώντας μέρος της ράχης και των πλευρών κόβοντας με ένα πολύ κοφτερό μαχαίρι, μια λεπτή φέτα κρέατος μαζί με το δέρμα.
Αυτά τα δολώματα σε φέτες, μπορούν να δολωθούν στο αγκίστρι προφανώς με μεγαλύτερη ευκολία, σε σχέση με το δόλωμα του ολόκληρου ψαριού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούν ειδικά εργαλεία, από σύρμα ή πλαστικές πλάκες, που κρατούν ανοιχτή τη λωρίδα κρέατος με δέρμα και την κάνουν άκαμπτη, έτσι που σε γενικές γραμμές, μοιάζει στη μορφή μ' ένα κουταλάκι.
Πολλοί υποστηρίζουν πως αυτά τα δολώματα είναι αποτελεσματικά , λιγότερο από ένα φυσικό ψάρι που δολώνεται ολόκληρο, αλλά έχουν το προτέρημα να αντέχουν περισσότερο στο σύρσιμο. Αυτά τα δολώματα πρέπει να τα σέρνουμε αργά. Προσωπικά πιστεύω πως η απόδοση τους είναι πολύ χαμηλότερη απ' ό,τι με ένα ολόκληρο ψάρι. κι οπωσδήποτε μικρότερη, στη γρήγορη συρτή απ' ότι ένα καλό τεχνητό δόλωμα, αν πάρουμε υπόψη μας την ανάγκη της συχνής αλλαγής του δολώματος.
Ένα δόλωμα που δεν ανήκει στην τάξη των τεχνητών και δεν μπορεί να αποδοθεί στη τάξη των φυσικών, είναι η φέτα από λαρδί ή πετσί χοιρινού, το οποίο χρησιμοποιούν πολύ οι Αμερικάνοι ψαράδες, προπάντων για το μέσο και μικρό ψάρεμα της συρτής. Πρόκειται για μια λουρίδα από πετσί χοιρινού, που έχει επεξεργαστεί και διατηρηθεί με ειδικό τρόπο, πιθανά χρωματισμένο κόκκινο στη μια απ' τις δυο επιφάνειες, και το οποίο δολώνεται απευθείας στο αγκίστρι. Εξαιτίας της μεγάλης του ανθεκτικότητας παρουσιάζει πολλά προτερήματα. Εξάλλου δεν είναι λιγότερο αποτελεσματικό από τη λωρίδα δέρματος πρόβατου, που χρησιμοποιούν οι Γάλλοι κι οι Βάσκοι ψαράδες.
Τα βασικά εξαρτήματα για το ψάρεμα της μεγάλης συρτής είναι η ζώνη της κοιλιάς, οι τιράντες ή κορσέδες υποστήριξης ή ζώνη υποστήριξης και ο γάντζος στα διάφορα μοντέλα. Μπορούν να θεωρηθούν εξαρτήματα και οι «καρέκλες μάχης».
Η ζώνη της κοιλιάς, αποτελείται από μια φαρδιά ζώνη από δέρμα ή από γερό ύφασμα, που έχει στο μπροστινό μέρος, δηλαδή αυτό που αντιστοιχεί στην κοιλιά αυτού που την φορά. μια πλάκα από σκληρό δέρμα ή μέταλλο, με επένδυση στο εσωτερικό μέρος, ενώ στο εξωτερικό έχει ένα δοχείο ή μια άλλη δομή στην οποία μπαίνει ή εφαρμόζει, θα έλεγα, η λαβή του καλαμιού.
Αυτή η ζώνη είναι χρήσιμη, για την όρθια πάλη με τα ψάρια με μικρό ή μεσαίο μέγεθος, όπως οι τόννοι κοπαδιού και τα όρκινα. αν κι η πόλη μ' έναν τόννο μεγαλύτερο απ' τα σαράντα κιλά μπορεί συχνά να είναι σκληρή, ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου, όπου συχνά το ψάρι καταφέρνει να βυθίζεται σημαντικά.
Οι μανούβρες πάλης, διευκολύνονται σημαντικά απ' τη χρήση των τιραντών, οι οποίες είναι σε διάφορα μοντέλα, και έχουν δυο γάντζους οι οποίοι πιάνονται απ' την κουβαρίστρα. στα αντίστοιχα δαχτυλίδια που έχει στο πάνω μέρος. Ο ψαράς μπορεί, με τη βοήθεια αυτών των ζωνών, να κάνει διάφορες μανούβρες και να αντέξει στο τράβηγμα ψαριού με πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Οι ζώνες που χρησιμοποιούνται πιο κοινά, και προτιμώνται από πολλούς είναι εκείνες με νεφρούς ή κολόβια. που επιτρέπουν να καταβάλλονται οι μεγαλύτερες δυνάμεις, με την μικρότερη κατανάλωση ενέργειας. Οι ζώνες χρησιμοποιούνται επίσης όταν ο ψαράς είναι καθισμένος στην καρέκλα χωρίς πλάτη, ή με την πλάτη χαμηλωμένη.
Ο γάντζος είναι απαραίτητο εργαλείο για το πιάσιμο του ψαριού, όταν αυτό έχει φτάσει κοντά στη βάρκα και ξεπερνά τα δέκα κιλά βάρος. Ο απλός ή σταθερός γάντζος αποτελείται από ένα ξύλινο κοντάρι ή από άλλο υλικό κι έναν μυτερό γάντζο στερεωμένο με ένα σιδερένιο στεφάνι. Είναι χρήσιμος για το πιάσιμο ψαριών με βάρος μέχρι πενήντα κιλά. Για ψάρια μεγαλύτερων διαστάσεων, συμβουλεύουμε τη χρήση του πεταχτού γάντζου, ο οποίος είναι κατασκευασμένος με τρόπο ώστε ο γάντζος, με ορισμένη κίνηση ή πίεση στο κοντάρι, ξεκολλά απ' το κοντάρι και να μένει δεμένος μόνο από μια γερή σάγουλα. Αυτή η μέθοδος αποκλείει το μεγάλο ψάρι (που δεν μπορεί με τη δύναμη να βγει απ' το νερό) να πάρει απ' το χέρι του ψαρά τη λαβή ή το κοντάρι και να χτυπήσει μ' αυτό τη βάρκα ή και τον ίδιο τον ψαρά.
Μεταξύ των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται για το ανέβασμα του ψαριού στη βάρκα, μπορούμε να προσθέσουμε τη θηλιά ουράς, από γερή πλαστική ύλη ή γερό πλεχτό νάϋλον, ή ακόμα από πλεχτό μεταλλικό νήμα, με την οποία πιάνουμε την ουρά του ψαριού στη βάση της, όταν το ψάρι το έχουμε φέρει κάτω απ' τη βάρκα.
Θα πρέπει να αναφερθούμε επίσης και στις «καρέκλες πάλης», οι οποίες υπάρχουν σε διάφορα μοντέλα. Υπάρχουν σταθερές καρέκλες, δηλαδή που στερεώνονται στο κατάστρωμα του πλεούμενου και γυρίζουν γύρω από τη βάση, με τρόπο ώστε να επιτρέπουν στον ψαρά να γυρίζει τουλάχιστον για 180 μοίρες, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η μάχη με το μεγάλο ψάρι. ¶λλοι τύποι καρέκλας είναι αντίθετα κινητοί, δηλαδή που μετακινούνται στο πάτωμα. Αυτές έχουν στηρίγματα σχετικά μεγάλα, που τις κάνουν να είναι αρκετά σταθερές ακόμα και με θαλασσοταραχή.
Μερικές καρέκλες έχουν στήριγμα για τα πόδια, ράχη που πέφτει, κι άλλους μηχανισμούς, που σκοπό έχουν να επιτρέπουν στον ψαρά να αναπτύσσει στο μέγιστο τις δυνάμεις του, με τη βοήθεια της ζώνης και των τιραντών, έτσι ώστε να αντέχει στο τράβηγμα του ψαριού και να μπορεί ο ίδιος να τραβά όσο το δυνατόν περισσότερο.
Οι σταθερές καρέκλες προτιμώνται για το ψάρεμα των μεγάλων ψαριών. Οπωσδήποτε η «καρέκλα πάλης» είναι απαραίτητη στο ψάρεμα των τοννιδών ή άλλων ψαριών, που ξεπερνούν τα πενήντα κιλά, με τα οποία η όρθια πάλη είναι πρακτικά αδύνατη.
Η καρέκλα αυτή πράγματι, έχει στο μπροστινό κέντρο του καθίσματος ένα δοχείο στο οποίο μπαίνει η λαβή του καλαμιού, κι έτσι η δύναμη που θα πρέπει να βάλουμε κατά την πάλη μειώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Μερικές καρέκλες έχουν ένα μέρος που μπορούμε να βάλουμε το καλάμι περιμένοντας, αλλά συνήθως, τα καλάμια τοποθετούνται σε αντίστοιχους μηχανισμούς στήριξης, που υπάρχουν στην κουπαστή της πρύμνης.
Αυτοί οι μηχανισμοί στήριξης μπορεί να αποτελούνται από απλές τρύπες που έχουν γίνει στην κουπαστή, κι έχουν ενισχυθεί με μεταλλικά στεφάνια ή και μεταλλικούς σωλήνες, οι οποίοι μπορούν να γυρίζουν και να παίρνουν, τόσο κάθετη όσο και οριζόντια στάση, ανάλογα με τις ανάγκες. Αυτοί οι σωλήνες είναι τοποθετημένοι με διάφορους τρόπους στην κουπαστή ή το κατάστρωμα της πρύμνης.
Θα πρόσθετα ανάμεσα στα αναγκαία, αν όχι απαραίτητα εξαρτήματα για τη μεγάλη συρτή, κι ένα ελαφρύ παλάγκο, σταθερό ή κινητό, που τοποθετείται στο πλευρό του πλεούμενου, για να ανεβάζουμε απ' τη θάλασσα τα θηράματα, που η δύναμη των χεριών δεν θα μπορούσε από μόνη της να το καταφέρει. Σ' αυτή τη μανούβρα, συχνά χρησιμοποιούνται κοντοί γάντζοι από σίδερο, με λαβή σε σχήμα Τ.
Σε μοντέλα πλεούμενων που είναι κύρια ιταλικής παραγωγής, μέρος της κουπαστής της πρύμνης μπορεί να βγαίνει προς τα έξω, με τρόπο ώστε να διευκολύνεται το ανέβασμα των θηραμάτων. Σ' αυτή την περίπτωση το παλάγκο δεν είναι απαραίτητο και μπορεί να αντί κατασταθεί από μια κινητή τροχαλία, που μπορεί να πιάνεται στην πιο κατάλληλη θέση, για να ανεβαστεί στο κατάστρωμα το θήραμα που πιάστηκε.
Η εξαιρετική εξέλιξη της δραστηριότητας σ1 αυτό το σπορ του πελάγους προκάλεσε την εμφάνιση σ' όλες τις αγορές της Ευρώπης αναρίθμητων μοντέλων από πλεούμενα, κατάλληλα για κράτημα στη θάλασσα, για ταχύτητα και ευελιξία, έτσι που να είναι δυνατό να ψαρέψουμε στο πέλαγος, τα πιο μεγάλα ψάρια.
Ένα καλό πλεούμενο για μεγάλο ψάρεμα, πρέπει φυσικά να έχει όλες τις προδιαγραφές ασφάλειας, σταθερότητας, ταχύτητας και ευελιξίας, που αφορούν και χαρακτηρίζουν αυτή τη δραστηριότητα.
Για ό,τι αφορά την ταχύτητα, θα πω αμέσως πως δεν είναι απαραίτητο, το πλεούμενο να μπορεί να φτάσει πολύ μεγάλες ταχύτητες, ενώ αντίθετα είναι απαραίτητο να μπορεί να προχωρά για πολλές ώρες με πολύ μικρή ταχύτητα, δηλαδή από δύο έως οκτώ κόμβους την ώρα. Η μέγιστη ταχύτητα είναι χρήσιμη για να φτάσουμε, όσο το δυνατό γρηγορότερα, τα ψάρια που εντοπίσαμε στην επιφάνεια. Αλλά όταν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε ένα γρήγορο πλεούμενο, που δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ την μικρή ταχύτητα, και ένα αργό πλεούμενο, που αντίθετα θα έχει αυτή την ιδιότητα, η προτίμηση μας θα πρέπει να κλίνει στο τελευταίο.
Εξάλλου, τις περισσότερες φορές οι περιοχές συγκέντρωσης των ψαριών, είναι γνωστές και να τις φτάσουμε σε μικρότερο χρόνο, δεν είναι τόσο σημαντικός παράγοντας.
Ένα πλεούμενο για μεγάλο ψάρεμα δεν θα πρέπει οπωσδήποτε, να είναι κάτω από τα 8-10 μέτρα μήκος. Πρέπει να έχει ένα άνοιγμα στην πρύμνη, αρκετά και μεγάλο και ελεύθερο, με τρόπο ώστε να επιτρέπει όλες τις αναγκαίες μανούβρες, στην πάλη με τα ψάρια μεγάλων διαστάσεων. Σε πολλές περιοχές των Αμερικανικών ακτών, στη Νέα Σκοτία, αλλά και στην Μεσόγειο, στις εκβολές του Ροδανού, οι βυθοί δεν ξεπερνούν γενικά τα εκατό μέτρα, και γι' αυτό η άμυνα του ψαριού χαρακτηρίζεται απ' τη φυγή του σε οριζόντια απόσταση, πράγμα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα πολύ ευέλικτο πλεούμενο που φτάνει έστω στο μέγιστο της ταχύτητας του, στους 15 κόμβους. Οι μανούβρες που θα κάνει, είναι αναγκαίες για να μην τραβήξει το ψάρι υπερβολική ποσότητα πετονιάς απ' την κουβαρίστρα, γιατί τότε η έκβαση του αγώνα θα είναι αμφίβολη. Στην πάλη ενάντια στους μεγάλους τόννους, που έχουν την τάση να βυθίζονται, σ' αυτούς τους σχετικά ρηχούς βυθούς, το πλεούμενο συχνά καταδιώκει κυριολεκτικά το ψάρι και με κατάλληλες μανούβρες του απαγορεύει να φτάσει σε πιο βαθιά νερά, πράγμα που θα έκανε πιο σκληρή την πάλη και το αποτέλεσμα της αμφίβολο.
Στις δικές μας θάλασσες, εκεί που τα νερά είναι πολύ βαθιά, το πιάσιμο ενός τόννου κοπαδιού, πάνω από 25 κιλά. ο οποίος δίχως άλλο βυθίζεται για μερικές εκατοντάδες μέτρα, γίνεται εξαιρετικά κοπιαστικό στη φάση του ανεβάσματος. Το πιάσιμο ενός γιγαντιαίου τόννου συνεπώς σε τέτοια βαθιά νερά, είναι τόσο πολύ κοπιαστικό και δύσκολο, που χρειάζονται αρκετές ώρες εξαντλητικών προσπαθειών για να τον φέρουμε στην επιφάνεια.
Τα πλεούμενα για το μεγάλο ψάρεμα, είναι συνήθως εφοδιασμένα με «φλόϊνγκ-μπριτζ», στην οποία είναι τοποθετημένα τα διπλά όργανα ελέγχου, που χρειάζονται για να κατευθύνουμε το πλεούμενο με μεγαλύτερη ευκολία και επιδεξιότητα, απ' όσο μπορούμε όταν οδηγούμε από την κανονική γέφυρα. Αυτή η ανασηκωμένη γέφυρα επιτρέπει επίσης, να εντοπίζουμε τα ψάρια στην επιφάνεια από σημαντική απόσταση και διευκολύνει πραγματικά τις μανούβρες, που απαιτούν οι συνθήκες της πάλης με το ψάρι.
Οι πιο μεγάλες βάρκες που χρησιμοποιούνται για το μεγάλο ψάρεμα, είναι εφοδιασμένες επίσης με έναν «τούνα - τάουερ» (πύργο για τόννους), που μερικές φορές έχει και όργανα ελέγχου που διευκολύνουν ακόμα περισσότερο τον εντοπισμό και τις μανούβρες που περιγράψαμε. Στα πλάγια του πλεούμενου, σε λιγότερο ή περισσότερο ψηλή θέση, είναι τοποθετημένα τα «αουτράϊγκερ» (καλάμια), τα οποία είναι κοντάρια με διάφορο μήκος και που σαν προορισμό έχουν να κρατούν την ορμιά με τρόπο, ώστε το δόλωμα να ρυμουλκείται στο εξωτερικό μέρος τού ίχνους της βάρκας και σε λίγη απόσταση απ' αυτό. Η ορμιά, ξεκινώντας απ" το καλάμι που έχει τοποθετηθεί γερά στο μέρος στήριξης, συγκρατείται από ένα ειδικό ελατήριο στην άκρη αυτού του κονταριού. Όταν το ψάρι τσιμπήσει, η πετονιά ξεσκαλώνει απ' το ελατήριο και κρατιέται μονάχα απ" το καλάμι που κρατά ο ψαράς, ο οποίος το παίρνει στα χέρια, το στηρίζει στη ζώνη στήριξης ή στην καρέκλα του, και τότε αρχίζει η φάση της πραγματικής πάλης.
Θα είχαμε πολλά πράγματα να προσθέσουμε και πολλές απόψεις να διατυπώσουμε για την επιλογή του πλεούμενου για το μεγάλο ψάρεμα. Αυτές οι απόψεις εν τούτοις ξεπερνούν τα όρια αυτού του βιβλίου. Μπορούμε να πούμε μόνο, πως ένα ελαφρύ πλεούμενο, ευέλικτο, με μια ή δύο μηχανές, έτσι που να του δίνουν μια μέγιστη ταχύτητα 15-18 κόμβων και να μπορούν να κρατήσουν μια ελάχιστη ταχύτητα 3-8 κόμβων για πολλές ώρες, ένα πλεούμενο μ' ένα μεγάλο άνοιγμα για τους επιβάτες, αποτελεί το ιδανικό γι' αυτό το είδος ψαρέματος. Τα πολύ μεγάλα πλεούμενα επιτρέπουν σίγουρα να φτάσουμε σε μάκρυνα μέρη με κάποια άνεση, αλλά το μέγεθος τους κι η ισχύς των μηχανών είναι συχνά ελάττωμα, που γίνεται καθοριστικό για την επιτυχία του ψαρέματος.
Στα νησιά μας, καθώς και σ' όλα σχεδόν τα παράλια του Αιγαίου, ακόμα χρησιμοποιούν σε μεγάλη κλίμακα τις «μπενζίνες». Είναι πλεούμενα που μπορούν να φτάσουν στην μέγιστη ταχύτητα 10-11 κόμβους, αλλά έχουν αξεπέραστα προσόντα ασφάλειας. Αυτές οι βάρκες όμως για τους μοντέρνους «φίσερμαν» δεν θεωρούνται αρκετά καλές, και τις αντικαθιστούν με τα μοντέρνα πιο άνετα και πιο γρήγορα πλεούμενα, που φυσικά, είναι κι ακριβότερα. Σε μέρη όμως όπου η παρουσία των τόννων και των όρκινων δεν είναι παρά μια έκτακτη παρουσία, σε μια εποχή του χρόνου, αυτές οι παραδοσιακές γερές βάρκες, είναι ένα αποτελεσματικότατο μέσο για το ψάρεμα.
Οι μοντέρνες βάρκες πελάγους, συνήθως είναι εφοδιασμένες με δυο μηχανές. Αυτό το χαρακτηριστικό τους δίνει, εκτός των άλλων και μεγαλύτερη ασφάλεια. Τέτοια προσόντα έχουν μια αξία, ιδιαίτερα στις θάλασσες μας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από πολλές αλλαγές, που συχνά μπορούν να μας υποχρεώσουν να εγκαταλείψουμε το ψάρεμα ή να μεταφερθούμε γρήγορα σε μια άλλη περιοχή.
Εν τούτοις, η άποψη που κερδίζει συνεχώς έδαφος είναι ότι οι βάρκες με μία μηχανή είναι προτιμότερες μόνο για το ψάρεμα. Στην Αμερική θεωρούνται αξεπέραστα τα πλεούμενα με μια μόνο μηχανή (ισχυρότατη εξάλλου) που χρησιμοποιούνται στις ακτές της Νέας Σκωτίας (Αόμπστερ - μπόουτ). Αυτές οι βάρκες, με λεπτή και χαμηλή γραμμή, είναι συχνά εφοδιασμένες με μια στοιχειώδη καμπίνα. Είναι χαρακτηριστικές για το μεγάλο άνοιγμα στην πρύμνη, το χαμηλό πρυμνιαίο κατάστρωμα, έχουν επίπεδο βυθό, βαθιά καρίνα, που μπορούν να φτάσουν ταχύτητα 15 κόμβων και παραπάνω και να κρατούν μια ελάχιστη ταχύτητα μόλις 2-3 κόμβων την ώρα και για πολλές ώρες, πράγμα απαραίτητο στη συρτή με φυσικά δολώματα. Η ευστάθεια τους είναι εξαιρετική.
Ανάμεσα στα απαραίτητα εξαρτήματα για την ασφάλεια ενός πλεούμενου του πελάγους, σίγουρα την πρώτη θέση πρέπει να έχει το ραδιοτηλέφωνο, για φανερούς λόγους. Το ραδιογωνιόμετρο μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίο αλλά όχι απαραίτητο, ιδιαίτερα αν το ψάρεμα γίνεται σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από 30 μίλια απ' την ακτή και σε γνωστές περιοχές, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές. Το βυθόμετρο είναι-χρήσιμο εργαλείο, ιδιαίτερα στα διάφορα συστήματα ψαρέματος με ελεύθερο το πλεούμενο. Είναι λιγότερο όμως στο ψάρεμα της συρτής, εξαιτίας της περιορισμένης του δυνατότητας να έχει οριζόντια δράση.
Αυτές οι απόψεις ισχύουν φυσικά, κύρια για τα βαθιά νερά των δικών μας θαλασσών και χάνουν κάθε αξία, για ό,τι αφορά τις περιοχές με ρηχά νερά.
Όπως είπα, το μεγάλο ψάρεμα αποσκοπεί στο να πιαστούν τόννοι και όρκινα, μικροί ξιφίες ή άλλα πελαγίσια σαρκοφάγα ψάρια, όπως οι κυνηγοί, τα γοφάρια, κ.λπ.
Οι μέθοδοι για το πιάσιμο αυτών των ψαριών, διαφέρουν φυσικά για ό,τι αφορά τα διάφορα είδη και μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ιδιαίτερες και βασικές μεθόδους: ψάρεμα συρτής, ψάρεμα με ελεύθερη τη βάρκα, ψάρεμα αναμονής με φουνταρισμένη τη βάρκα,
Το ψάρεμα της συρτής είναι σίγουρα η πιο «αθλητική» μέθοδος για το ψάρεμα των μεγάλων ψαριών. Έγκειται στο να σέρνουμε στο ίχνος ή στα πλάγια της βάρκας, τα δολώματα που περιγράψαμε προηγουμένως.
Για τα τεχνητά δολώματα, που χρησιμοποιούνται κύρια για τους τόννους κοπαδιών, όρκινα και άλλα μέσου μεγέθους ή μικρά ψάρια, το πλεούμενο πρέπει να προχωρά με διάφορες ταχύτητες από 5 έως 8 κόμβους. Τα δολώματα σέρνονται σε μια απόσταση από την κουπαστή της πρύμνης, που ποικίλει από τα 10 έως τα 25 μέτρα. Είναι γενικά πιο αποτελεσματικά αυτά που προχωρούν στα πλάγια τού ίχνους ή ακόμα κι έξω απ' αυτό, αν και καμμιά φορά, ψάρια με μεγάλο μέγεθος πιάνονται στον αφρό τού ίχνους.
Όσο πιο μικρό είναι το ίχνος κι όσο πιο επιφανειακό, τόσο πιθανότερη είναι η επιτυχία των δολωμάτων, που συνήθως τοποθετούνται στη θάλασσα σε διάφορες ποσότητες, από 2 έως 5. Υπάρχουν όμως σε ορισμένα μέρη, νόμοι που καθορίζουν και τον μέγιστο αριθμό δολωμάτων που μπορούν να τοποθετηθούν. Ψαρεύοντας τόννους κοπαδιού και όρκινα θα πρέπει να σιγουρευτούμε, πως τα δολώματα είναι αφημένα όλα στην ίδια απόσταση απ' την κουπαστή της πρύμνης. Μ' αυτό τον τρόπο μπορούμε να πιάσουμε ταυτόχρονα πολλά ψάρια. Επίσης τα δολώματα που έχουν τοποθετηθεί έτσι, γίνονται πιο δελεαστικά, απ' ότι αν τα είχαμε τοποθετήσει σε διάφορες αποστάσεις.
Μπορούν να γίνουν προσπάθειες περάσματος, με δολώματα σε διαφορετικές αποστάσεις, από την κουπαστή της πρύμνης μόνο για να βεβαιωθούμε για τις μεγαλύτερες δυνατότητες ψαρέματος σε σχέση, με την απόσταση του δολώματος. Αφού καθορίσουμε την κατάλληλη απόσταση, θα πρέπει να επαναφέρουμε όλα τα δολώματα σε κείνη την καθορισμένη απόσταση.
Συνήθως οι κόκκινοι τόννοι κοπαδιού, πιάνονται πιο εύκολα με κοντή πετονιά (10-15 μέτρα), ενώ τα όρκινα, με δολώματα αφημένα σε μεγαλύτερη απόσταση (20-25 μέτρα). Οι τόννοι κοπαδιού πιάνονται συνήθως με μεγαλύτερη ταχύτητα (7-8 κόμβους την ώρα), ενώ τα όρκινα με μικρότερη ταχύτητα (4-5 κόμβους την ώρα).
Αυτές οι πληροφορίες έχουν σχετική αξία, γιατί εξαρτώνται κι από αναξιολόγητους παράγοντες. Μπορούμε όμως να πούμε πως αποτελούν έναν σχετικό κανόνα.
Για ό,τι αφορά την κατεύθυνση που προχωρά η βάρκα, το μεγαλύτερο μέρος των ειδικών της συρτής, θεωρούν καλύτερο να προχωρά η βάρκα προς την κατεύθυνση του ήλιου ή αντίστροφα, πράγμα που θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός, πως τα ψάρια μπορούν να ξεγελαστούν από τις αντανακλάσεις και τα παιχνίδια φωτός, που κάνουν οι ηλιακές ακτίνες πάνω στα δολώματα και στο ίχνος που αφήνουν.
Απ' όλους τους ειδικούς είναι παραδεκτό, ότι η βάρκα δεν πρέπει ποτέ να κατευθύνεται προς το κοπάδι είτε να προχωρά μέσα σ' αυτό, αλλά να περνά στο πλάι, αποφεύγοντας έτσι να προκαλέσει διασκορπισμό των ψαριών. Φαίνεται επίσης, πως τα ψάρια που είναι περισσότερο πιθανό να επιτεθούν στο δόλωμα, κι ναι ακριβώς εκείνα που προχωρούν στα πλάγια, στην αρχή ή στο τέλος του κοπαδιού.
Μεγάλη σημασία δίνεται στον εντοπισμό των ψαριών στην επιφάνεια. Όταν τα τοννιδή επιτίθενται σε μεγάλα κοπάδια από σαρδέλλες , τότε προδίδουν την ύπαρξη τους με πηδήματα και χτυπήματα στην επιφάνεια, που γίνονται εύκολα αντιληπτά από απόσταση. ακόμα κι όταν η θάλασσα δεν είναι εντελώς ήρεμη. Το πλεούμενο φυσικά θα κατευθυνθεί προς τα ψάρια και όταν φτάσει κοντά τους, θα διπλαρώσει την ομάδα των τόννων που βρίσκονται στην επιφάνεια. ¶ριστο σημάδι για την παρουσία ψαριών που κυνηγούν, ή για το πέρασμα τους. είναι η παρουσία γλάρων ή θαλάσσιων χελιδονιών που ψάχνουν σ' ένα περιορισμένο μέρος της θάλασσας, με συχνά τσιμπήματα στην επιφάνεια. Συχνά αυτά τα σημάδια, είναι τα μόνα που αποκαλύπτουν την παρουσία ενός κοπαδιού τόννων ή όρκινο).
¶λλες φορές έχουμε την έκπληξη να επιτίθενται ταυτόχρονα στο δόλωμα, χωρίς οι τόννοι να μας έχουν αποκαλύψει με κανένα τρόπο την παρουσία τους, ούτε να έχουν φανεί πουλιά στην περιοχή- Πιστεύω πως οι άξαφνες επιθέσεις αποτελούν τουλάχιστο το 50% των πιθανοτήτων στο ψάρεμα των τόννων κοπαδιού και όρκινων. Αξίζει πολύ συνεπώς, η εμπειρία κι η γνώση των τόπων και των περιοχών τής θάλασσας, όπου γνωρίζουμε πως μαζεύονται ψάρια σε ορισμένες περιόδους του χρόνου, και που μπορούν να υπολογιστούν στα όρια ακόμη και μερικών ημερών.
Η επιτυχία στο ψάρεμα των τόννων κοπαδιού και των όρκινων. η ποσοτική επιτυχία θέλω να πω. οφείλεται και στην ικανότητα γρήγορου ανεβάσματος, πράγμα που επιτρέπει να ξαναρίξουμε το δόλωμα στη θάλασσα πριν ακόμα μετακινηθεί το κοπάδι. Τα αγκιστρωμένα ψάρια συχνά καλούν τους συντρόφους τους, οι οποίοι τους ακολουθούν στη φάση του ανεβάσματος. γι αυτό το λόγο μερικοί συνηθίζουν να αφήνουν στη θάλασσα, χωρίς να το ανεβάσουν στο κατάστρωμα, ένα από τα πιασμένα ψάρια, το οποίο όταν προσπαθεί να ελευθερωθεί απ' την πετονιά, θα προσελκύει σε μια περιορισμένη περιοχή τα άλλα ψάρια του κοπαδιού. Είναι όμως σίγουρο πως, για τους ίδιους λόγους που αναφέραμε πριν, ένα ψάρι που αγκιστρώνεται και διαφεύγει παίρνει μαζί του, τις περισσότερες φορές, όλο το κοπάδι και γι' αυτό θα πρέπει να αποφύγουμε όσο το δυνατό να μας διαφύγει ένα ψάρι απ' το πιάσιμο. Οι αρχάριοι αυτού του σπορ θέλουν να ρίχνουν στη θάλασσα, μεγάλο αριθμό δολωμάτων, πιστεύοντας πως θα πιάσουν έτσι περισσότερα ψάρια. Τίποτα όμως δεν είναι λιγότερο αληθινό από αυτό: οι πολλαπλές συλλήψεις και συνεπώς το ταυτόχρονο ανέβασμα των ψαριών προκαλεί σύγχιση στο κατάστρωμα και πιθανότατα έτσι ένα από τα ψάρια να ξεγκιστρωθεί κι έτσι να χαθεί το κοπάδι. Επίσης όταν ανεβάζουμε πολλά ψάρια ταυτόχρονα στο κατάστρωμα γίνεται με σύγχιση η εργασία του ξαγκιστρώματος και του πετάγματος των δολωμάτων πάλι στη θάλασσα. Γι' αυτό το λόγο συμβουλεύουμε, να περιορίζεται ο αριθμός των δολωμάτων που σέρνουμε, σε τρία ή τέσσερα.
Μπορεί να συμβεί, όταν ανεβάζουμε τα ψάρια, ένας μεγάλος αριθμός ψαριών να μαζευτεί γύρω από το πλεούμενο. Σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι δυνατό να προσπαθήσουμε το πιάσιμο άλλων ψαριών με ακίνητο το πλεούμενο. Ρίχνουμε σαρδέλλες για να κρατάμε τα ψάρια στο μέρος αυτό και ρίχνουμε και ανεβάζουμε κάθετα τα δολώματα, αφήνοντας τα να βυθίζονται και επαναφέροντας τα στην επιφάνεια με συνεχείς κινήσεις. Το μαλάγρωμα, που γίνεται πετώντας λίγο - λίγο στη θάλασσα περιορισμένες ποσότητες τροφής ή σέρνοντας ένα μικρό δίχτυ που περιέχει τριμένες σαρδέλλες κι αντζούγιες, μπορεί να είναι αποτελεσματικό ή όχι, ανάλογα με τις περιστάσεις: δεν θα έδινα στο μαλάγρωμα υπερβολική σημασία, εκτός από την αργή συρτή σε κύκλο, για το πιάσιμο των όρκινων με τη μέθοδο τών επαγγελματιών ψαράδων. Ο συμπλέκτης της κουβαρίστρας, συχνά ρυθμίζεται με τρόπο ώστε να κρατά μπλοκαρισμένο τον συλλέκτη, ιδιαίτερα όταν ψαρεύουμε τα όρκινα. Αυτό είναι ένα σοβαρό λάθος. Πριν απ όλα το εντατικό ψάρεμα αυτών των ψαριών, δεν μπορεί σίγουρα να θεωρηθεί πως συμβαδίζει με το αθλητικό πνεύμα. Επίσης, στα κοπάδια όρκινων ή τόννων μπορούν να βρεθούν ψάρια με μεγαλύτερο μέγεθος, που με την βιαιότητα της επίθεσης, μπορούν να σπάσουν την πετονιά αν όχι και το καλάμι. Συμβαίνει μερικές φορές ένα πολυάριθμο κοπάδι ψαριών, όταν είναι ανήσυχα ή έχουν φάει. να παραμελούν εντελώς το δόλωμα. Αυτή η περίπτωση δεν είναι σπάνια και οι αιτίες, για τις οποίες τα ψάρια παραβλέπουν τα δολώματα σε μια ορισμένη ώρα τής ημέρας, ενώ τους επιτίθενται με λαιμαργία ακόμα και μόνο μετά μια ώρα απ' την προηγούμενη φορά, είναι άγνωστες. Για να πιάσουμε τα ψάρια που αποδείχνονται τόσο ανόρεκτα μπορούμε να εφαρμόσουμε μια ιδιαίτερη μέθοδο. Αμολάμε τις πετονιά μέχρι 50-60 μέτρα, σταματάμε το πλεούμενο κοντά στα κοπάδι, με τρόπο ώστε τα δολώματα να βυθιστούν μέχρι σχεδόν να έρθουν σε κάθετη γραμμή. Βάζουμε σε λειτουργία το πλεούμενο στην ταχύτητα συρτής, έτσι που τα δολώματα να ανέβουν γρήγορα προς την επιφάνεια. Αυτός ο τρόπος πολλές φορές προκαλεί τα ψάρια να ακολουθήσουν τα δολώματα και από συνήθεια, να τους επιτεθούν. αλλες φορές πάλι κι αυτή η μέθοδος δεν αποδίδει και τότε είναι άσκοπο να επιμένουμε σ' εκείνο το κοπάδι και πρέπει να ψάξουμε για κάποιο άλλο.
Για το ψάρεμα των γιγαντιαίων τόννων περιέγραψα ήδη σε άλλο μέρος αυτού του κεφαλαίου, σε γενικές γραμμές, τον τρόπο που πρέπει να προχωράμε με τη συρτή, με πολλαπλά ή απλά δολώματα.
Οι γιγάντιοι τόννοι δύσκολα τσιμπάνε στο τεχνητό δολώματα και τα φυσικό πρέπει να σέρνονται με πολύ μικρή ταχύτητα, χαμηλότερη ακόμα κι από τους δυο κόμβους την ώρα. Συνήθως ο τόννος , όταν έχει πιάσει το δόλωμα, βγάζει απ' την κουβαβίστρα σε λιγότερο από ένα λεπτές, μερικές εκατοντάδες μέτρα πετονιάς. Συνεπώς είναι καθήκον τού πιλότου της βάρκας να την στρέψει προς την κατάλληλη κατεύθυνση και με την κατάλληλη ταχύτητα, έτσι ώστε να επιτρέψει στον ψαρά να ανακτήσει όση περισσότερη πετονιά είναι δυνατό. Στην πραγματικότητα η επιτυχία του ψαρέματος ενός γιγάντιου τόννου. οφείλεται περισσότερο στην επιδεξιότητα του πιλότου, εκτός απ' τις τελευταίες φάσεις της πάλης. Η αντίσταση του τόννου πρέπει να εξουδετερωθεί περισσότερο με κατάλληλες μανούβρες, παρά με την προσπάθεια που μπορούν να βάλουν τα εργαλεία στο τράβηγμα και η οποία είναι οπωσδήποτε πολύ μικρή σε σχέση με τις δυνατότητες αντίστασης και τραβήγματος που έχει ένα ψάρι με μεγάλο μέγεθος. Με κατάλληλες μανούβρες που αποσκοπούν στο ανέβασμα του αγκιστρωμένου τόννου στην επιφάνεια, οι ειδικοί των ακτών της Αμερικής καταφέρνουν να φέρουν στο κατάστρωμα τόννους, που μερικές φορές ζυγίζουν πάνω από 200 κιλά, σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά. Φυσικά αυτό είναι δυνατό μόνο στις περιοχές που δεν έχει βαθύ βυθό.
Οι Γάλλοι ψαράδες της περιοχής του Ροδανού, χρησιμοποιούν αντίθετα, ελαφριά πλεούμενα παρόμοια με γκούσες, όχι πιο μεγάλα από 7-8 μέτρα, που έχουν μια βάση στήριξης του καλαμιού στην πλώρη, στην οποία μεταφέρουν το καλάμι αφού έχουν αγκιστρώσει τον τόννο στη συρτή. Η αντίσταση του τόννου καταπονείται συνεπώς πρακτικά από το τράβηγμα, που πρέπει να ασκεί στο πλεούμενο κι αυτό είναι δυνατό επειδή στην περιοχή εκείνη, στις εκβολές του Ροδανού, ο βυθός σπάνια ξεπερνά τα εκατό μέτρα.