Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Η συρτή στη θάλασσα



Η εξέλιξη και διάδοση των μέσων μηχανοκίνητης ναυσιπλοΐας που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, Καθόρισαν σε πολλά μέρη της γης ένα ενδιαφέρον για το ψάρεμα και ιδιαίτερα για το ψάρεμα της συρτής . Το μεγαλύτερο μέρος των ερασιτεχνών ψαράδων στα εσωτερικά νερά της Ευρώπης λόγου χάρη συνηθισμένη στο ψιλό ψάρεμα αγνοούσαν μέχρι πριν από λίγο της δυνατότητες που προσφέρει η θάλασσα και τη μεγάλη ποικιλία από μεθόδους και τεχνικές. Πολύς κόσμος από μη παραθαλάσσια μέρη πριν από 15 χρόνια θεωρούσε τις καλοκαιρινές διακοπές στη θάλασσα σαν μια ανιαρή παρένθεση η σαν καθήκον που έπρεπε να κάνουνε στην οικογένεια τους .
Η δυνατότητα να χαρούμε τη θάλασσα με τόσες φθηνές και σίγουρες κατασκευαστικές λύσεις φουσκωτά συμβατικά και πολυεστερικές βάρκες αύξησε τους ψαράδες σε μεγάλο αριθμό και τους έκανε λάτρεις του υγρού στοιχείου. Από τις μεθόδους ψαρέματος της συρτής ορισμένες είναι εφικτές και σε ανθρώπους με μέτριες οικονομικές δυνατότητες. Η διάδοση των μικρών πλεούμενων για παράκτια ναυσιπλοΐα συνέτειναν ώστε ένα μεγάλο μέρος ερασιτεχνών να ασχοληθούν με τη συρτή.
Αυτή η μέθοδος ψαρέματος διαδομένη περισσότερο στην Ευρώπη κατά τη γνώμη μου παρουσιάζει σημαντικά αβαντάζ από πολλές απόψεις.

Η παράκτια ναυσιπλοΐα αποτελεί ήδη από μόνη της μια ευχαρίστηση που μπορούν να γευτούν και όση συνοδεύουν το ψαρά και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το ψάρεμα , τουλάχιστον μέχρι να πιαστούν τα πρώτα ψάρια.
Σε μια φουσκωτή βάρκα σε μία μικρή πλαστική η σε οποιοδήποτε πλεούμενο μπορεί να πάρει μαζί του ο ψαράς , την αρραβωνιαστικιά του τη φίλη του την παρέα του η οποιοδήποτε που θέλει , χωρίς αυτοί να βαρεθούν και μάλιστα με την πιθανότητα να ενδιαφερθούν για το ψάρεμα. Σέρνοντας σε απόσταση λίγων μέτρων από την πρύμνη της βάρκας τα φτερά η τα κουταλάκια (ψεύτικα ψαράκια)που αποσκοπούν να προσελκύσουν τα παράκτια ψάρια όπως τη συναγρίδα την τσιπούρα δεν εμποδίζει της ευχάριστες περιπλανήσεις. Οι δυνατότητες να πιαστούν ψάρια με ένα συρόμενο δόλωμα αποδεικνύονται σχεδόν πάντα από ένα τυχαίο γεγονός.
Κάποιος που έχει διαβάσει η έχει ακούσει από άλλους πως μπορούν να πιαστούν ψάρια με αυτό τον τρόπο κάνει το πρώτο πείραμα και όταν πετύχει αμέσως η είδηση μεταδίδεται και γίνεται κοινό ενδιαφέρον για την περιοχή.
Έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα ο αριθμός αυτών που ψαρεύουν με συρτή γίνεται όλο και μεγαλύτερος .
Μια από τις πιο διαδιδόμενες μεθόδους με μικρές βάρκες είναι η συρτή βυθού .
Αυτή αποτελείται από μια ορμιά 50-60 .εξοπλισμένη με βαρίδια που είναι διασκορπισμένα σε ένα ορισμένο διάστημα ξεκινώντας από την άκρη με τρόπο .ώστε το σύνολο της ορμιάς να είναι δυνατό να σέρνεται στο κατάλληλο βάθος το δόλωμα στερεωμένο στο παράμαλλο που έχει ένα γερό στριφτάρι αποτελείται από ένα φτερό ,ένα κουταλάκι, ένα τεχνητό ψαράκι η ζωντανό που συνήθως έχει και τα καλύτερα αποτελέσματα.
Οι εμπειρίες αυτού του είδος ψαρέματος είναι πολύ διαφορετικές και εξαιρετικά πιο σύνθετες από αυτές που χαρακτηρίζουν τις συρτές από την ακτή που είναι παρόμοιο σύστημα και γίνεται με το να πετούν το τεχνητό δόλωμα και να το επαναφέρουν συνεχώς .
Σε ορισμένα μέρη το κουταλάκι είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά δολώματα.
Σε άλλα μέρη πηγαίνει καλύτερα ένα φτερό άσπρου χρώματος η πορτοκαλί και σε άλλα το ζωντανό φυσικό ψάρι αγκιστρωμένο με διάφορους τρόπους είναι το μόνο πιο αποτελεσματικό δόλωμα για να πιάσουμε συναγρίδες και μανάλια σε βάθος .
Το ψάρεμα με τη συρτή βυθού είναι σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης το πιο διαδομένο .
Προϋποθέτει μια ακριβή γνώσει των χαρακτηριστικών του βυθού των ρευμάτων και του χαντακιών όπου συχνάζουν τα ψάρια.
Μόνο με την ακριβή γνώση αυτών των στοιχείων ο ψαράς μπορεί να ελπίζει στη επιτυχία .
Επειδή συνήθως ιδιαίτερα στις πλούσιες σε βράχους περιοχές ο βυθός έχει ποικιλία στην μορφή , αρκεί ένα λανθασμένο πέρασμα από μερικά μέτρα απόσταση η από μερικά εκατοστά ύψους για να παραμείνει απόλυτα στείρα η κάθε προσπάθεια να πιαστούν συναγρίδες η άλλα ψάρια που επιδιώκουμε με αυτή την μέθοδο.
Η προϋπόθεση της επιτυχίας λοιπόν συνεπώς καθορίζεται από την ανάγκη να γίνουν πολλές προσπάθειες για να μελετήσουμε τα χαρακτηριστικά της περιοχής.
Όταν καθορίσουμε το βάθος και της γραμμές που θα περάσουμε τότε έχει γίνει το κυριότερο μέρος της δουλειάς η επιτυχία τότε θα εξαρτάται με τυχαία γεγονότα.
Πράγματι όπου πιάνονται συναγρίδες σε 15-20 μέτρα βάθος και σε απόσταση 15-20-30 μέτρα από την ακτή εκεί θα πιάνονται συνεχώς συναγρίδες σε μικρότερο η μεγαλύτερο μέγεθος και σίγουρα σε ικανοποιητικό αριθμό .
Φυσικά ο καλός ψαράς δεν πρέπει να περιοριστή να εντοπίσει μια μόνο περιοχή ψαρέματος αλλά πρέπει να αναζητεί συνεχώς νέες τοποθεσίες που μπορεί να αποτελούν ρεζέρβες σε σχέση με κείνες που έχουν περισσότερα ψάρια .
Η επιτυχία σε περιοχές που δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστές θα χαμογελάσει σε αυτόν που υπομονετικά θα έχει βρει.
Ένα άλλο στοιχείο που θα έρθει η επιτυχία είναι η σωστή ταχύτητα της βάρκας.
Και για ότι αφορά αυτό το στοιχείο είναι αναγκαίο να προχωρά κανείς με δοκιμαστικές προσπάθειες που εξάλλου είναι διασκεδαστικές κι ευχάριστες οι οποίες αν θα γίνουν με ορθολογικό τρόπο κι εξυπνάδα θα εξασφαλίσουν την επιτυχία
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται κοπιαστικά στην πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο πολύ , ιδιαίτερα για όσους έχουν πραγματική αγάπη για τη θάλασσα.
Ένα δόλωμα που σέρνεται στο βυθό λίγα εκατοστά πάνω από το βυθό σε μια βραχώδη περιοχή έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας αν γίνεται με ταχύτητα 2-3 μιλίων την ώρα δηλαδή περίπου 5-6 χιλιόμετρα την ώρα .
Πάντα σύμφωνα με την εμπειρία μου .
Το καλύτερο δόλωμα για μένα είναι η ζαργάνα που αγκιστρώνεται από την ράχη και σέρνεται πολύ αργά .Η ζαργάνα είναι επίσης από τα καλύτερα δολώματα για τα μαγιάτικα και για τους τόνους στις μεγάλες συρτές .
Δεν είναι εύκολο να περιγράψουμε ποιοι θα είναι οι καλύτεροι τρόποι για να σύρουμε το ζωντανό ψάρι στη θάλασσα έτσι ώστε να γίνεται δελεαστικό για το αρπακτικό ψάρι .
Μπορώ μόνο να εκφράσω την γνώμη μου ότι το ζωντανό ψάρι όσο πιο αργά σέρνεται τόσο πιο δελεαστικό γίνεται.
Η πετονιά αν θέλουμε να πιάσουμε ζαργάνες η μελανούρια αποτελείται από μια πετονιά διαμέτρου 30-50 .
Σε αυτή την πετονιά δένουμε ένα παράμαλλο 1-2 μέτρα με μικρότερη διάμετρο πάνω σε στριφτάρι με ένα αγκίστρι και δόλωμα ένα πούπουλο , ψαράκι μικρό τεχνητό , λωρίδα μεταξιού η ακόμα μια απομίμηση από χελάκι.
Ένα απ' τα κοινά δολώματα, που κάνει προπάντων για τα μελανούρια, είναι το μικρό φτερό, πιθανόν από γλάρο, οπωσδήποτε όμως τελείως άσπρο, με μήκος 4-6 εκατοστά, το οποίο μπορεί να στερεωθεί με λευκό νήμα στην πετονιά για να κυλά μέχρι τη λαβή του αγκιστριού ή να δεθεί με έναν κόμπο στην πετονιά μόλις πάνω απ' το αγκίστρι, με τρόπο ώστε αυτό να προεξέχει κατά τα δυο τρίτα απ' την άκρη του φτερού. Αυτό το δόλωμα θέλει να μιμηθεί το μικρό ψάρι που το σκάει στην επιφάνεια και το προτιμούν τα μελανούρια καθώς και μερικά λαυράκια, αν το ψάρεμα θα γίνει πολύ κοντά στις βραχώδεις ακτές.
Συνήθως, τα μελανούρια πιάνονται λίγο πιο ανοιχτά, σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων απ' την ακτή και η συνάντηση τους είναι πολύ πιο συχνή, μπροστά σε μικρά ακρωτήρια όπου υπάρχουν τα παιχνίδια των ρευμάτων.
Το λαυράκι συναντιέται πιο εύκολα πλέοντας πολύ κοντά στα βράχια, στα λίγα μέτρα, πράγμα που χρειάζεται φυσικά τέλεια γνώση της τοποθεσίας για να αποφεύγονται συγκρούσεις με ύφαλους, που μπορεί να βρίσκονται σε μικρό βάθος.
Το περιστρεφόμενο κουταλάκι μήκους 2-3 εκατοστών είναι πολύ πιο ενδιαφέρον για το λαυράκι απ' ότι για το μελανούρι, αν και σε ορισμένες ιδιαίτερες περιοχές μπορεί να είναι πολύ αποδοτικό και γι" αυτό.
Είναι περίεργο πράγματι, πως στη θάλασσα, σε ορισμένες εποχές και τοποθεσίες, το ψάρι που ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος προτιμά ένα δόλωμα στο οποίο αντίθετα, δεν δίνει καμιά σημασία σ' ένα διαφορετικό μέρος. Είναι φανερή, κατά συνέπεια, η ανάγκη να προχωράμε με δοκιμαστικές προσπάθειες, πράγμα που δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία και δεν είναι καθόλου βαρετό.
Το μικρό χέλι είναι πολύ αποτελεσματικό, κοντά στις εκβολές, για το λαυράκι, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο κοντά στους βράχους που βρίσκονται μακριά από τις εκβολές των ποταμών, Το ψάρι προτιμά πάντα τα θηράματα που έχει συνηθίσει να συναντά πιο συχνά κατά τη διάρκεια του χρόνου.
Κατά μήκος των βραχωδών ακτών, μακριά από εκβολές, είναι πολύ πιο αποτελεσματικός ένας μικρός κέφαλος ή ένα οποιοδήποτε άλλο ψάρι με ασημί χρώμα, αγκιστρωμένο σ' ένα απλό αγκίστρι, που το διαπερνά απ' τα μάτια, ή ένα τεχνητό ψάρι που μιμείται τον ασημί γόνο που είναι τόσο κοινός και τόσο συχνός κοντά στους βράχους της ακτής.
Ενώ το κατάλευκο φτερό, πρέπει να σέρνεται με ταχύτητα 2 ή 3 κόμβους την ώρα, το φυσικό ψαράκι πρέπει να σέρνεται με μικρότερη ταχύτητα, έτσι που η ορμιά τους να είναι μόλις τεντωμένη απ' την μετακίνηση της βάρκας. Το φυσικό ψάρι είναι αποτελεσματικό επίσης και για τη ζαργάνα. Όταν οι ζαργάνες είναι πολυάριθμες, το ψάρεμα τους είναι πάρα πολύ διασκεδαστικό, εξαιτίας της άμυνας, που προβάλουν αυτά τα ψάρια με συχνά πηδήματα έξω απ' τα νερά. Τα μελανούρια κι οι ζαργάνες είναι τα πιο κοινά θηράματα για τη συρτή.
Για ό,τι αφορά τα μελανούρια, το ψάρεμα με τη συρτή είναι αποτελεσματικό για το πιάσιμο μικρού και μεσαίου μεγέθους ενώ τα πιο μεγάλα μελανούρια πιάνονται πάντα με πετονιά με φυσικό δόλωμα στα ρεύματα που πηγαινοέρχεται στην επιφάνεια, ενώ η βάρκα είναι φουνταρισμένη. Αυτό το ψάρεμα γίνεται σχεδόν αποκλειστικά τις νυχτερινές ώρες, το λένε καθετή από βάρκα, και γίνεται αφήνοντας την πετονιά να παίζει στην επιφάνεια με τα ρεύματα, τα οποία φυσικά πρέπει να γνωρίζει ο ψαράς πολύ καλά.
Πιάνομαι απ' αυτή την ευκαιρία, για να περιγράψω αυτόν τον αρκετά διασκεδαστικό τρόπο ψαρέματος.
Η καθετή για μελανούρια από βάρκα, ρίχνεται στη θάλασσα αφήνοντας ελεύθερα στα ρεύματα 8-10 μέτρα πετονιάς (μερικές φορές και 15 μέτρα), κι αυτή φεύγει, με ελαφρύ τέντωμα και την κρατάμε σταθερή σ' αυτή την απόσταση, με τρόπο ώστε το δόλωμα να φαίνεται, (ή μόλις να βουλιάζει) σαν αποτέλεσμα του ίδιου τού ρεύματος. Όπου τα μελανούρια είναι σε κοπάδι, αυτή η μέθοδος μας δίνει την ευκαιρία να πιάσουμε πολλά, κι αυτό συμβαίνει κύρια στο Ιόνιο Πέλαγος, αλλά και σε πολλά μέρη του Αιγαίου.
Το μελανούρι τσιμπά με απληστία το δόλωμα που αποτελείται από γαρίδες ή κομμάτι της ουράς γάμπερης, που έχει ξεφλουδιστεί κι έχει στερεωθεί καλά πάνω στο αγκίστρι, το οποίο πρέπει να είναι γερό, και νούμερο 8. Τα αγκίστρια που είναι χωρίς αντιοξειοωτική επάλειψη είναι κατά τη γνώμη μου προτιμότερα, γιατί είναι πιο ελαφρά, λεπτά και πιο μυτερά.
Το ψάρεμα του λαυρακιού, που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον εξαιτίας της δυνατότητας να προσφέρει μεγάλες συγκινήσεις, πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν κοντά στα βράχια ή στα λιμανάκια και στο εξωτερικό μέρος, σέρνοντας αργά ένα φυσικό δόλωμα. Το λουράκι είναι ένα ψάρι που επιτίθεται έξαφνα και με μεγάλη ορμή. Προσφέρει συγκινήσεις όχι μόνο σε σχέση με το μέγεθος του, αλλά και εξαιτίας της ίδιας τής τακτικής που ακολουθεί στην επίθεση. Ενώ το ζωντανό φυσικό δόλωμα, για το ψάρεμα που γίνεται απ' την ακτή. πρέπει να αφήσουμε να το καταπιεί το ψάρι, στο ψάρεμα με τη συρτή, το μεγάλο θήραμα καρφώνεται μόνο του, με την ορμή που έχει.
Ψαρεύοντας λαυράκια μπορούμε να έχουμε, όπως είπα, μεγάλες εκπλήξεις: ένα λαυράκι 4-5 κιλών και περισσότερο μπορούμε να το συναντήσουμε σε όχι τόσο βαθιά νερά, σε σημεία που δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε πως υπάρχει ένα ψάρι, με τέτοιες διαστάσεις και βάρος.
Είδα να πιάνουν απ' την ακτή, χρησιμοποιώντας για δόλωμα έναν μικρό ζωντανό Κέφαλο, λαυράκια 3-4 κιλών που έρχονταν να πιάσουν το δόλωμα, ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. κοντά στο μέρος των βράχων που βρέχεται απ' τον αφρό.
Το ψάρεμα του λαυρακιού χρειάζεται τέλεια γνώση του με δόλωμα να φαίνεται, (ή μόλις να βουλιάζει) σαν αποτέλεσμα του ίδιου τού ρεύματος. Όπου τα μελανούρια είναι σε κοπάδι, αυτή η μέθοδος μας δίνει την ευκαιρία να πιάσουμε πολλά, κι αυτό συμβαίνει κύρια στο Ιόνιο Πέλαγος, αλλά και σε πολλά μέρη του Αιγαίου.
Η ζαργάνα είναι ένα ψάρι επιφάνειας και επιτίθεται σε όλα τα μικρά ψάρια που βρίσκονται στην επιφάνεια
Το πιάσιμο της είναι αρκετά εύκολο, αν βρίσκεται σε κοπάδι. Δεν είναι σπάνια η περίπτωση πιασίματος μεγάλου αριθμού την εποχή που πλησιάζουν την ακτή. Η συρτή γι' αυτό το ψάρι πρέπει να είναι πολύ αργή, επειδή η σχετικά μεγάλη ταχύτητα δεν επιτρέπει σ' αυτά τα ψάρια, που δεν είναι τόσο πολύ γρήγορα, να επιτεθούν στο δόλωμα και να το δαγκώσουν με τον κατάλληλο τρόπο. Το ψάρεμα της ζαργάνας είναι μία απ' τις πιο διασκεδαστικές ασχολίες του ψαρά των ακτών. Αυτό το ψάρι δαγκώνει πολύ διακριτικά το δόλωμα, αλλά όταν αισθανθεί πως τσιμπήθηκε, αμύνεται με πολύ μεγάλη δύναμη και αντοχή, σχετικά με το μέγεθος του, πηδώντας συχνά καν έξω απ' το νερό.
Η ζαργάνα μπορεί να ψαρευτεί και με σταματημένη τη βάρκα, αφήνοντας να παίζει το δολωμένο ψάρι, νεκρό ή ζωντανό μέσα στο ρεύματα και κατά τη γνώμη μου. αυτό το είδος ψαρέματος είναι διασκεδαστικό, τουλάχιστο τόσο όσο και η συρτή Κι αυτό επειδή μπορούμε να αισθανθούμε πολύ εύκολο το τσίμπημα του ψαριού, καθώς επίσης και το κάρφωμα δεν είναι τόσο «αυτόματο» όπως στο ψάρεμα με τη συρτή.
¶λλα ψάρια επιφάνειας που μπορούν να πιαστούν με τι συρτή, ή με την καθετή που «επιπλέει» απ'τη βάρκα, καθώς κα με εξακοντισμό, είναι οι βλάχοι, που τους συναντά κανείς συχνά κρυμμένους σε κάσες ή άλλα αντικείμενα που επιπλέουν στη θάλασσα. Πλέοντας λίγο προς τα ανοιχτά, σε απόσταση 6-7 μιλίων απ' την ακτή, συναντάμε στη γραμμή των πλοίων αυτά τα «λείψανα», τις κάσες και τα διάφορα επιπλέοντα αντικείμενα που όταν βρίσκονται στη θάλασσα λίγο καιρό προσφέρουν καταφύγιο στους γκρίζους βράχους μικρών διαστάσεων. Αυτά τα ψάρια φτάνουν σε εξαιρετικές περιπτώσεις το βάρος των δύο κιλών. Συνήθως ζυγίζουν 300 ή 500 γραμμάρια, αλλά είναι πολύ ενδιαφέροντα στο ψάρεμα, επειδή μπορούν να πιαστούν πολλά μαζί σε κίνηση.
Υπάρχουν ημέρες που αυτά τα ψάρια δεν τσιμπούν καθόλου, ούτε στο φυσικό δόλωμα που τους προσφέρεται από ακίνητη βάρκα (που μπορεί να δώσει το μεγαλύτερο αριθμό ψαριών), ούτε στα συρόμενα δολώματα. Αλλες μέρες αυτά τα ψάρια είναι εξαιρετικά λαίμαργα και επιτίθενται σε οποιοδήποτε δόλωμα. Εξαιρετικά διασκεδαστικό είναι το ψάρεμα με καλάμι
εξακοντισμού, από μια κάποια απόσταση απ' το «λείψανο» που προστατεύει τα ψάρια, με τρόπο ώστε να αποφύγουμε την περίπτωση που θα εγκαταλείπουν την κρυψώνα τους. για να κρυφτούν κάτω απ' το πλεούμενο, πράγμα που κάνει πιο δύσκολο το πιάσιμο τους.
"Ένας βλάχος δυο κιλών προβάλλει σημαντική αντίσταση σε σχέση με τα ελαφρά εργαλεία, που πρέπει να χρησιμοποιούνται σ' αυτού του είδους το ψάρεμα. Συχνά το ψάρεμα των βλάχων μπορεί να κάνει ευχάριστη μια ημέρα, με άδικο ψάξιμο για τόνους. ¶λλες φορές, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, μπορεί να μας αποτρέψει απ' τις δυνατότητες να τους συναντήσουμε.
Μπορούν να πιαστούν βλάχοι και με το καμάκι ή με το υποβρύχιο τουφέκι, που το χρησιμοποιούν απ' την επιφάνεια. Αυτοί οι μέθοδοι φυσικά είναι λιγότερο διασκεδαστικοί, από το ψάρεμα με την πετονιά.
Ένα απ' τα πιο ενδιαφέροντα ψάρια για το ψάρεμα με τη συρτή είναι η παλαμίδα. Αυτό το ψάρι, που μπορεί να φτάσει τα δυο κιλά βάρος, προβάλλει μεγάλη αντίσταση στην άμυνα του. Είναι περαστικό είδος και εμφανίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό, στις τοποθεσίες που το φιλοξενούν, συνήθως κοντά στις ακτές το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.
Σε πολλές περιοχές στο δικό μας Αιγαίο, όπου ήταν συχνές, οι παλαμίδες δεν φτάνουν πια εδώ και μερικά χρόνια, ενώ σε άλλες περιοχές συνεχίζουν την περιοδική τους εμφάνιση. Αυτά τα ψάρια προβάλλουν μεγάλη αμυντική δύναμη, πολύ ενδιαφέρουσα σε σχέση με τα ελαφριά εργαλεία που συνήθως χρησιμοποιούνται για το πιάσιμο τους. Παρόμοια με τον τόνο. η παλαμίδα προσπαθεί να κερδίσει το βάθος. Αμύνεται με γρήγορα τινάγματα που μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε. Είναι μια χαρακτηριστική άμυνα της παλαμίδας που την ξεχωρίζει απ' το τοννάκι και τα σκουμπριά. Ψαρεύοντας λίγο στα ανοιχτά, 2-3 μίλια απ1 την ακτή, στις τοποθεσίες όπου είναι γνωστό το πέρασμα τους. μπορούμε να συναντήσουμε πολυάριθμες παλαμίδες σε κοπάδι, πολύ ευχάριστη έκπληξη για τους ψαράδες με συρτή. Αν τα ψάρια είναι «στη μέρα τους» μπορούμε να πιάσουμε δεκάδες.
Πλέοντας στην ίδια απόσταση, είναι δυνατό να συναντήσουμε κοπάδια από τοννάκια ή μαγιάτικα. Αυτά τα ψάρια έχουν την περίοδο του περάσματος τους το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Βρίσκονται σε τρία - τέσσερα μίλια απ' την ακτή, όπου σταθμεύουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια μεγάλη ή μικρότερη περιοχή της θάλασσας, τρώγοντας συνεχώς και κυνηγώντας χωρίς σταμάτημα τις μικρές αντσούγιες, που αποτελούν την συνηθισμένη τους τροφή. Ψαρεύονται με άσπρα φτερά και ακόμα καλύτερα, με πολύ μικρά ασημωμένα περιστρεφόμενα κουτάλια.
Μερικές χρονιές περνούν μεγάλα κοπάδια από μικρούς τόνους κοντά από νησιά, σε κόλπους και σε άλλα μέρη όπου γίνονται αντικείμενο για συνεχή καταδίωξη από πολλούς ψαράδες με ελαφριές βάρκες, που πιάνουν δεκάδες μαζί με σκουμπριά και μερικές παλαμίδες. Αυτά τα ψάρια σταματούν σε τοποθεσίες όπου συνήθως υπάρχουν μεγάλες ποσότητες από μικρά αφρόψαρα και τα οποία εξολοθρεύουν. Το ψάρεμα αυτών των μικρόν τόνων, μπορεί να διαρκέσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, φτάνοντας και τους 2-3 μήνες. Φυσικά αυτό το είδος ψαρέματος γίνεται αποκλειστικά απ' τους επαγγελματίες ψαράδες, που έχουν τα μέσα και τις γνώσεις για ν' αντιμετωπίσουν τόσο μεγάλα κοπάδια.
Το φαινόμενο μπορεί να επαναλαμβάνεται για αρκετά χρόνια, και έτσι οι μικροί τόνοι μπορεί να εμφανίζονται σε μεγάλο αριθμό, προς τα τέλη Σεπτέμβρη με Οκτώβρη, στην ίδια περιοχή κοντά στις ακτές.
Κι άλλα σκομβριδή, το σκουμπρί κι ο κολιός, μπορούν να πιαστούν με τη συρτή του αφρού, πάντα με άσπρα φτερά, που είναι το πιο κοινό ανάμεσα στα δολώματα, με μικρό περιστροφικό κουταλάκι και ακόμα, με μικρό ψαροδόλι. Το φυσικό ψάρι στο συνιστούμε μόνο στην περίπτωση που τα σκουμπριά, οι παλαμίδες ή τα άλλα ψάρια κοπαδιού είναι τόσο πολυάριθμα, ώστε το πλεούμενο δεν πρέπει να διανύει πολύ μεγάλες αποστάσεις με τη συρτή χωρίς αποτέλεσμα, πράγμα που θα χάλαγε το δόλωμα. Οπωσδήποτε όμως. το άσπρο φτερό, από γλάρο αν είναι δυνατό, είναι ακόμα ένα από τα πιο αποτελεσματικά τεχνητά δολώματα γι' αυτό το είδος.
Το μεγαλύτερο μέρος όμως των σκουμπριών, που φαίνονται σε μεγάλες ποσότητες στην αγορά, ψαρεύεται με μεθόδους στα μισά νερά. μεθόδους που οι ψαράδες των νησιών εφαρμόζουν με μαεστρία. Όπως είναι γνωστό πολλοί απ' αυτούς είναι άριστοι ψαράδες με την πετονιά.
Η πετονιά για το σκουμπρί, αποτελείται από ένα βάρος στην άκρη και έναν ορισμένο αριθμό αγκιστριών που έχουν δεθεί μαζί με μπαμπάκι ή με λευκό νάιλον που συνδέεται με ένα κοντό παράμαλλο με τη μάννα της πετονιάς.
Τα αγκίστρια τοποθετούνται με απόσταση 40-50 εκατοστά το ένα απ' το άλλο. Όλο αυτό το σύνολο το αφήνουμε σε ένα βάθος, που βρίσκουμε κατάλληλο από την πείρα και το σηκώνουμε απότομα. Ο ψαράς δεν φροντίζει κάποιο ψάρι να τσιμπήσει, αλλά προτιμά να συνεχίσει αυτή τη δουλειά, μέχρι το μεγαλύτερο μέρος των αγκιστριών να έχουν πιαστεί απ' τα ψάρια.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου